Η δημοσκόπηση της alco για το epikaira.gr και το περιοδικό ΕΠΙΚΑΙΡΑ δεν αποτελεί απλώς μια τυπική καταγραφή της πρόθεσης ψήφου, αλλά αποκαλύπτει ένα πολιτικό σκηνικό σε βαθιά και παρατεταμένη ρευστότητα. Τα ευρήματα σκιαγραφούν μια κατάσταση έντονης αποσυσπείρωσης και κρίσης εμπιστοσύνης, αναδεικνύοντας μια υποβόσκουσα αναζήτηση της κοινωνίας για νέες πολιτικές εκφράσεις.
Η πλήρης έρευνα, η οποία περιλαμβάνει πρωτότυπα ερωτήματα για κρίσιμα ζητήματα που τίθενται για πρώτη φορά στην ελληνική κοινή γνώμη, θα δημοσιευθεί αναλυτικά στο τέλος του μήνα στο περιοδικό ΕΠΙΚΑΙΡΑ magazine και αναμένεται να προκαλέσει εκτενείς συζητήσεις.

Η κυριαρχία της Νέας Δημοκρατίας τίθεται υπό αμφισβήτηση, καθώς το 23,2% που συγκεντρώνει σηματοδοτεί εμφανή υποχώρηση της κοινωνικής της απήχησης σε σύγκριση με το παρελθόν. Παρά την πρωτιά, το ποσοστό αυτό αναδεικνύει μια διαδικασία σημαντικής πολιτικής φθοράς.
Στον αντίποδα, το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ σταθεροποιείται στο 10,3%, παρουσιάζοντας όμως σημάδια εκλογικής στασιμότητας παρά την ισχυρή του συσπείρωση (81,2%). Την ίδια στιγμή, η Ελληνική Λύση (9,4%) και η Πλεύση Ελευθερίας (8%) καταγράφουν ανοδικές τάσεις, επωφελούμενες από την αναδιάταξη των δυνάμεων.
Το ΚΚΕ διατηρεί τη δυναμική του στο 7,4%, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ βιώνει βαθιά κρίση, υποχωρώντας στο 3,6% με εξαιρετικά χαμηλή συσπείρωση (21%). Τα μικρότερα κόμματα (ΝΙΚΗ, ΜέΡΑ25) κινούνται στο 2,3%, ενώ το πλέον εντυπωσιακό στοιχείο είναι το 18,5% των αναποφάσιστων, το οποίο, μαζί με το 10,6% που επιλέγει «άλλο κόμμα», συνθέτει ένα σκηνικό έντονης πολιτικής αβεβαιότητας.

Η συσπείρωση της Νέας Δημοκρατίας στο 58,2% αποτελεί εύρημα κομβικής σημασίας, καθώς για ένα κυβερνών κόμμα το ποσοστό αυτό μεταφράζεται σε σαφή κόπωση και απογοήτευση κρίσιμων τμημάτων της εκλογικής του βάσης. Ιδιαίτερα εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι το 25% των ψηφοφόρων που επέλεξαν τη ΝΔ το 2023 φαίνεται να έχει πάρει οριστικό διαζύγιο από την παράταξη, μια διαρροή που αν παγιωθεί θα προκαλέσει συνθήκες στρατηγικής αποδυνάμωσης.
Η κρίσιμη ηλικιακή ομάδα των 25–44 ετών εξελίσσεται σε πεδίο σοβαρής πολιτικής ήττας για την κυβέρνηση, καθώς σε αυτές τις ηλικίες το κόμμα εμφανίζει εικόνα σχεδόν καταποντισμού με ελάχιστες πιθανότητες ανάκαμψης, ειδικά αν συγκροτηθούν νέοι πολιτικοί σχηματισμοί. Μόλις το 11% των πολιτών αυτών αποτιμά θετικά το ενδεχόμενο συνέχισης της διακυβέρνησης από τον Κυριάκο Μητσοτάκη, την ώρα που το 72% τοποθετείται αρνητικά. Ακόμη και το 25% των πρώην ψηφοφόρων της ΝΔ βλέπει αρνητικά αυτή την προοπτική, στοιχείο που φανερώνει βαθιά ρήγματα όχι μόνο στην κοινωνία αλλά και στο εσωτερικό της παράταξης.
Εξίσου αποκαλυπτικό για το κοινωνικό κλίμα είναι το εύρημα πως το 64% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι αισθάνεται απογοήτευση ή φόβο στην περίπτωση που ο κ. Μητσοτάκης και η Νέα Δημοκρατία παραμείνουν στη διακυβέρνηση της χώρας και μετά τις επόμενες εκλογές.

Στο πεδίο των ποιοτικών χαρακτηριστικών, τα δεδομένα είναι εξίσου αποκαλυπτικά. Η έννοια της «σταθερότητας» εξακολουθεί να συνδέεται σε σημαντικό βαθμό με τη ΝΔ, όμως μόνον το 64,5% των πρώην ψηφοφόρων της διατηρεί αυτή τη σύνδεση. Η φθορά είναι εμφανής. Ακόμη πιο βαρύ είναι το εύρημα γύρω από τη λέξη «διαφθορά»: το 52% του συνόλου των πολιτών τη συσχετίζει με τη ΝΔ, ενώ στην ηλικιακή ομάδα 25–44 το ποσοστό εκτινάσσεται στο 63%. Το γεγονός ότι το 25% των πρώην ψηφοφόρων της ΝΔ συνδέει επίσης τη «διαφθορά» με το ίδιο το κόμμα, υποδηλώνει διάβρωση της ηθικής αξιοπιστίας του.

Η λέξη «προοπτική» αποτυπώνει ίσως με τον πιο καθαρό τρόπο το πολιτικό κενό. Μόνον το 20% του συνόλου αποδίδει αυτή την έννοια στη ΝΔ, ενώ στους πρώην ψηφοφόρους της το ποσοστό περιορίζεται στο 51%. Στην κρίσιμη ηλικιακή ομάδα 25–44 καταγράφεται ένα εντυπωσιακά χαμηλό 12,5%. Η «προοπτική» μοιάζει να αιωρείται πολιτικά ακάλυπτη, αναζητώντας νέο φορέα εκπροσώπησης.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και το εύρημα ότι το 38% των πολιτών σκέφτεται να ψηφίσει ένα νέο κόμμα, ποσοστό που στις γυναίκες φθάνει το 43% και στην ηλικιακή ομάδα 25–44 το 49%. Πρόκειται για σχεδόν έναν στους δύο νέους και μεσαίας ηλικίας ψηφοφόρους. Επιπλέον, το 27,5% των πρώην ψηφοφόρων της ΝΔ και το 30,5% των πρώην ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ δηλώνουν ανοικτοί σε μια νέα πολιτική επιλογή. Η τάση αυτή δεν είναι απλή διαμαρτυρία· συνιστά ένδειξη αναζήτησης δομικής ανανέωσης του πολιτικού σκηνικού.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα υπό διαμόρφωση πολιτικά εγχειρήματα. Το ενδεχόμενο δημιουργίας κόμματος από τον Αλέξη Τσίπρα αντιμετωπίζεται θετικά από το 19% της ηλικιακής ομάδας 25–44, ενώ το 13,5% των πρώην ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ δηλώνει επίσης θετικό. Αν και τα αρνητικά ποσοστά παραμένουν υψηλά, η δεξαμενή δυνητικής στήριξης είναι υπαρκτή.


Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η δυναμική που καταγράφεται γύρω από το ενδεχόμενο δημιουργίας κόμματος από τη Μαρία Καρυστιανού. Στην ηλικιακή ομάδα 25–44, το 33,5% αντιμετωπίζει θετικά μια τέτοια προοπτική. Θετικά τοποθετείται επίσης το 19% των πρώην ψηφοφόρων της ΝΔ, το 21% των πρώην ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ και το 26% των πρώην ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ. Πρόκειται για διακομματική διείσδυση που καταδεικνύει πως η κοινωνική δυσαρέσκεια δεν περιορίζεται σε έναν ιδεολογικό χώρο αλλά διαχέεται οριζόντια.
Στους σημερινούς ψηφοφόρους των κομμάτων το ενδεχόμενο δημιουργίας κόμματος από τη Μαρια Καρυστιανου αντιμετωπίζει θετικά το 5%των ψηφοφόρων της ΝΔ, το 20% του ΠΑΣΟΚ, το 11% του ΚΚΕ, το 29% της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΥΣΗΣ, το 33% της ΝΙΚΗΣ, το 26% της ΠΛΕΥΣΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ , το 48% της ΦΩΝΗΣ ΛΟΓΙΚΗΣ και το 16,5% αυτών που σήμερα δηλώνουν των ΑΝΑΠΟΦΑΣΙΣΤΟΙ.


Συνολικά, η δημοσκοπική αποτύπωση παραπέμπει σε μια κατάσταση συστημικής κόπωσης. Δεν πρόκειται απλώς για φθορά μιας κυβέρνησης ή κρίση ενός κόμματος της αντιπολίτευσης. Το 18,5% των αναποφάσιστων, το 10% που επιλέγει «άλλο κόμμα», το 10,5% των πρώην ψηφοφόρων της ΝΔ που ήδη δηλώνει μετακίνηση και το 16% που δηλώνει αναποφάσιστο, συγκροτούν ένα ρευστό εκλογικό σώμα ικανό να ανατρέψει καθιερωμένους συσχετισμούς.
Η πολιτική σταθερότητα, όπως τη γνωρίσαμε τα τελευταία οκτώ χρόνια, δεν μπορεί πλέον να θεωρείται δεδομένη. Η κοινωνία εμφανίζεται δύσπιστη, απαιτητική και έτοιμη να επανακαθορίσει τις επιλογές της. Η «προοπτική» και η «αξιοπιστία» αποτελούν τις δύο έννοιες-κλειδιά που θα καθορίσουν τις επόμενες εξελίξεις. Όποιος πολιτικός φορέας καταφέρει να τις ενσαρκώσει πειστικά, ιδίως στις παραγωγικές ηλικίες 25–44 και στις γυναίκες, θα αποκτήσει στρατηγικό πλεονέκτημα.
Το πολιτικό σκηνικό δεν βρίσκεται απλώς σε μεταβατική φάση. Βρίσκεται σε σημείο καμπής. Και σε τέτοιες στιγμές, οι ανακατατάξεις δεν είναι απλώς πιθανές — είναι δομικά αναπόφευκτες.