Τρεις δεκαετίες μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η αισιοδοξία που συνόδευσε το τέλος του έχει δώσει τη θέση της σε έναν κόσμο αβεβαιότητας, γεωπολιτικών συγκρούσεων και οικονομικών αναταράξεων.
Γράφει ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΟΓΟΣΚΟΥΦΗΣ, ομότιμος καθηγητής Οικονομικής Επιστήμης του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών και πρώην υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών – ΠΗΓΗ: Realnews
Η νέα παγκόσμια πολιτική και οικονομική τάξη πραγμάτων δεν χαρακτηρίζεται πλέον από σαφείς κανόνες και σταθερές ισορροπίες, αλλά από ρευστότητα, ανταγωνισμούς και αυξανόμενο κατακερματισμό.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 επικράτησε η αντίληψη ότι η κατάρρευση του διπολικού συστήματος θα άνοιγε τον δρόμο για μια εποχή φιλελεύθερης δημοκρατίας, ειρήνης και οικονομικής σύγκλισης. Η παγκοσμιοποίηση, η απελευθέρωση του εμπορίου και των κεφαλαίων, καθώς και η τεχνολογική πρόοδος θεωρήθηκαν μηχανισμοί που θα οδηγούσαν αναπόφευκτα σε ευημερία και σταθερότητα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αναδείχθηκαν σε κυρίαρχη δύναμη, ενώ διεθνείς θεσμοί όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου διαχειρίστηκαν την οικονομική παγκοσμιοποίηση.
Για αρκετά χρόνια, το σύστημα αυτό φάνηκε να λειτουργεί. Το διεθνές εμπόριο αυξήθηκε ραγδαία, εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι βγήκαν από την ακραία φτώχεια και οι παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες αναδιαμόρφωσαν την παραγωγή. Ωστόσο, κάτω από την επιφάνεια συσσωρεύονταν ανισορροπίες. Οι ανισότητες διευρύνθηκαν, η χρηματοπιστωτική σφαίρα αποσυνδέθηκε από την πραγματική οικονομία και μεγάλα τμήματα της μεσαίας τάξης στις ανεπτυγμένες χώρες ένιωσαν ότι μένουν πίσω.
Η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008-09 αποτέλεσε το πρώτο μεγάλο σοκ. Δεν ήταν απλώς μια οικονομική κρίση, αλλά μια κρίση εμπιστοσύνης προς το κυρίαρχο υπόδειγμα. Στην Ευρώπη, η κρίση μετατράπηκε σε κρίση χρέους, με την Ελλάδα να βρίσκεται στο επίκεντρο. Παράλληλα, η Κίνα ενίσχυε τη διεθνή της επιρροή, ενώ η Ρωσία αμφισβητούσε όλο και πιο ανοιχτά τη μεταψυχροπολεμική τάξη ασφαλείας.
Η δεκαετία που ακολούθησε ανέδειξε τα όρια της παγκοσμιοποίησης ως αυτοματοποιημένου μηχανισμού ειρήνης και σύγκλισης. Η στενή οικονομική αλληλεξάρτηση δεν σήμαινε πολιτική σύγκλιση, ούτε απέτρεπε τις συγκρούσεις. Αντίθετα, οι εξαρτήσεις σε ενέργεια, πρώτες ύλες και τεχνολογία άρχισαν να αντιμετωπίζονται ως στρατηγικά μειονεκτήματα.
Η πανδημία COVID-19 και ο πόλεμος στην Ουκρανία επιτάχυναν δραματικά αυτή τη μετάβαση. Κράτη και κυβερνήσεις επέστρεψαν δυναμικά στο προσκήνιο, επαναφέροντας τη βιομηχανική πολιτική, τις κρατικές ενισχύσεις και την έννοια της «στρατηγικής αυτονομίας». Η παγκόσμια οικονομία κινείται πλέον προς έναν κατακερματισμένο κόσμο, όπου το εμπόριο, η τεχνολογία και οι επενδύσεις οργανώνονται όλο και περισσότερο με γεωπολιτικά κριτήρια.
Η νέα παγκόσμια πολιτική και οικονομική τάξη πραγμάτων δεν συνιστά επιστροφή στον Ψυχρό Πόλεμο, αλλά μια πιο σύνθετη και ασταθή μορφή διεθνούς συστήματος. Η εποχή της ανεμπόδιστης παγκοσμιοποίησης έχει παρέλθει, χωρίς ωστόσο να έχει αντικατασταθεί από ένα σαφές και σταθερό νέο πρότυπο.
Η Ευρώπη βρίσκεται στο πιο δύσκολο σημείο αυτής της μετάβασης. Από τη μία πλευρά, καλείται να μειώσει την ενεργειακή της εξάρτηση, να επιταχύνει την πράσινη και ψηφιακή μετάβαση και να ενισχύσει την άμυνά της. Από την άλλη, παραμένει θεσμικά, πολιτικά και οικονομικά κατακερματισμένη. Το Ταμείο Ανάκαμψης αποτέλεσε ένα σημαντικό βήμα κοινής δράσης, αλλά δεν αρκεί για να καλύψει το στρατηγικό έλλειμμα της Ευρωπαϊκής Ενωσης.
Για την Ελλάδα, η νέα παγκόσμια τάξη πραγμάτων συνιστά ταυτόχρονα κίνδυνο και ευκαιρία. Μετά από μια δεκαετία βαθιάς οικονομικής κρίσης, η χώρα εισέρχεται σε έναν κόσμο αυξημένης γεωπολιτικής αστάθειας με περιορισμένα δημοσιονομικά περιθώρια, χαμηλή παραγωγικότητα και σοβαρές δημογραφικές προκλήσεις. Ως μικρή ανοιχτή οικονομία, σε μία γεωπολιτικά εύφλεκτη περιοχή του κόσμου, είναι ιδιαίτερα ευάλωτη σε διεθνείς κρίσεις και εξωτερικά σοκ.
Η έως τώρα επιλογή του ότι οικονομικά στηριζόμαστε στην Ευρωπαϊκή Ενωση και γεωπολιτικά στις ΗΠΑ δεν είναι πια τόσο αυτονόητη. Ιδιαίτερα καθώς οι οικονομικές και πολιτικές εντάσεις μεταξύ Ευρώπης και ΗΠΑ εντείνονται.
Ωστόσο, η γεωπολιτική σημασία της ανατολικής Μεσογείου, οι επενδύσεις σε υποδομές, η ενεργειακή μετάβαση και η ψηφιοποίηση δημιουργούν νέα περιθώρια στρατηγικής αναβάθμισης. Η Ελλάδα μπορεί να εξελιχθεί σε κόμβο ενέργειας, μεταφορών και logistics, υπό την προϋπόθεση ότι θα ενισχύσει τη θεσμική της αξιοπιστία και θα μετασχηματίσει το παραγωγικό της πρότυπο.
Η εποχή της «εύκολης» παγκοσμιοποίησης έχει τελειώσει. Για την Ευρώπη και την Ελλάδα, η πρόκληση δεν είναι η απομόνωση, αλλά η στρατηγική προσαρμογή: ενίσχυση της ανθεκτικότητας, επένδυση στην παραγωγική βάση, εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και ενεργή συμμετοχή στη διαμόρφωση των νέων διεθνών κανόνων. Σε έναν κόσμο όπου «τα πάντα ρει», η οικονομική και αμυντική ισχύς, η θεσμική ποιότητα και η γεωπολιτική διορατικότητα αποτελούν τους βασικούς πυλώνες μιας νέας εθνικής και ευρωπαϊκής στρατηγικής.