Από την αρχή της τριπλής κατοχής της χώρας διαφαίνονταν τα προβλήματα που θα δημιουργούνταν από τον κατακερματισμό που ερχόταν να προστεθεί στην κατάρρευση του μετώπου, την ουσιαστική παράλυση της κρατικής μηχανής και την αδυναμία εξεύρεσης λύσεων από μια κυβέρνηση συνεργασίας χωρίς ουσιαστικό κύρος και πολιτικό βάρος.
Η στρατιωτική, ουσιαστικά, κυβέρνηση του Γεώργιου Τσολάκογλου αναδύθηκε μέσα από τις περιορισμένες επιλογές των Γερμανών για μια ελληνική κυβέρνηση που θα σηματοδοτούσε τη συνέχεια του ελληνικού κράτους λαμβάνοντας υπόψη και τις διαμελιστικές προθέσεις της Ιταλίας και της Βουλγαρίας. Η λύση όμως αυτή σχεδόν αμέσως έχασε το όποιο κύρος της τόσο με την εγκατάσταση των ιταλικών και κυρίως των βουλγαρικών αρχών κατοχής όσο και με τη σκληρότητα των ίδιων των Γερμανών, όπως αυτή εκδηλώθηκε ήδη την επαύριον της μάχης της Κρήτης εναντίον του άμαχου πληθυσμού. Στην κοινωνία εντάθηκε το αίσθημα προδοσίας και εγκατάλειψης της χώρας, το οποίο είχε δημιουργηθεί από την ήττα στο μέτωπο και τη φυγή του βασιλιά Γεώργιου Β΄ και της κυβέρνησής του από τη χώρα.
Κάπως έτσι προέκυψε το καθεστώς της «Ελληνικής Πολιτείας», ένα υβριδικό πολιτειακό μόρφωμα με σύμφυση των νομοθετικών και εκτελεστικών εξουσιών από τη στρατιωτική κυβέρνηση υπό την υψηλή εποπτεία των όχι και λίγων –πολιτικών και στρατιωτικών– διοικήσεων του Άξονα στη χώρα. Η βασιλική κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Εμμανουήλ Τσουδερό είχε εγκαταλείψει τη χώρα για να προστεθεί στη χορεία των εξόριστων κυβερνήσεων που δημιουργούσε ο πόλεμος. Η εξόριστη ελληνική κυβέρνηση αποτελούσε αρχικά εν πολλοίς συνέχεια της δικτατορικής κυβέρνησης Γεωργίου Β΄ – Μεταξά. Βασικά στελέχη της όπως οι Κ. Μανιαδάκης, Θ. Νικολούδης και Αρ. Δημητράτος αναβαθμίστηκαν ενώ για τη θέση του πρωθυπουργού επιλέχτηκε ο πρώην διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Τσουδερός που διατηρούσε καλές σχέσεις με τον βρετανικό παράγοντα. Παρά τον πρώτο ανασχηματισμό της δεν έδωσε κανένα εχέγγυο για μια διαφορετική πολιτική κατεύθυνση. Αντιθέτως, η κυβέρνηση Τσουδερού έχοντας ως βασικό μέλημά της τη μεταπολεμική της επιβίωση μαζί με τον Γεώργιο Β΄, την πρώτη περίοδο, και σε πλήρη αναντιστοιχία με τις διακηρύξεις του Χάρτη του Ατλαντικού, αρνιόταν να δεσμευτεί για την αποκατάσταση των δημοκρατικών ελευθεριών στην Ελλάδα. Η κατάσταση αυτή θα άλλαζε μέσω ανασχηματισμών, ώστε η εξόριστη κυβέρνηση να εναρμονιστεί με τα ιδανικά των Ηνωμένων Εθνών. Θα παρέμενε μέχρι τέλους όμως ένα σχήμα πλήρως εξαρτημένο από τη Βρετανία, η οποία αργότερα θα κανόνιζε απροκάλυπτα τη σύνθεσή του, με αποκορύφωμα τη μονοπρόσωπη κυβέρνηση Παπανδρέου πριν από το Συνέδριο του Λιβάνου.

Αριστερά: Η αρχή της τριπλής κατοχής σήμανε τον κατακερματισμό των εδαφών της Ελλάδας από Γερμανούς, Ιταλούς και Βούλγαρους. Ένα γερμανικό αντιαεροπορικό μπροστά από τους στύλους του Ολυμπίου Διός στην Αθήνα τον Απρίλιο του 1941. Δεξιά: Η εξόριστη ελληνική κυβέρνηση αποτελούσε αρχικά επίγονο της βασιλομεταξικής δικτατορίας στην οποία συνυπήρχαν ετερόκλητα στοιχεία. Πίσω από τον Γεώργιο Β΄ οι Παπάγος, Μπαλάνος, Τσολάκογλου, Καβράρκος
Στην κατεχόμενη Ελλάδα, τα κατεστημένα πολιτικά κόμματα είχαν σε μεγάλο βαθμό χάσει το κύρος τους λόγω της πολυετούς αδράνειας την περίοδο της δικτατορίας και περιορίζονταν πια στους ηγετικούς τους κύκλους γηραιών, ως επί το πλείστον, πολιτικών. Επιδείχθηκε μια καταρχήν ανοχή προς τον Τσολάκογλου ενώ οι όποιες σκέψεις για συμμετοχή στο πολιτικό παιχνίδι διακόπηκαν από την ωμότητα των πρώτων αντιποίνων στην Κρήτη· η αναμονή θα ήταν εφεξής το χαρακτηριστικό του χώρου αυτού και η προσοχή του επικεντρώθηκε στις μεταπολεμικές εξελίξεις και στην αποκατάσταση της κατεστημένης τάξης πραγμάτων χωρίς ανακατατάξεις που μπορούσε να προκαλέσει η δράση του ΚΚΕ.
Αυτός ο κατακερματισμένος πολιτικός χώρος παρέμενε το φόβητρο των αστών πολιτικών, η δε πλήρης αντίθεσή του προς το καθεστώς Μεταξά και η στάση του στον πόλεμο τον αναδείκνυε εκ των πραγμάτων ως έναν αντιθετικό πόλο. Η δράση του, μέσα από μια δύσκολη αλλά επιτυχή ανασυγκρότηση, αποδείκνυε την ετοιμότητα και διαθεσιμότητά του για αυτόν τον ρόλο· από τον Μάιο του 1941 συγκρότησε την οργάνωση της Εθνικής Αλληλεγγύης, τον Ιούνιο το Εργατικό Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο και στις 27 Σεπτεμβρίου το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο, το ΕΑΜ. Αναλαμβάνοντας τη συγκρότηση ενός κοινωνικού και πολιτικού μετώπου για την υπεράσπιση του λαού και τον αγώνα για την απελευθέρωση της χώρας, το ΚΚΕ δήλωνε δυναμικά παρόν στις απαιτήσεις της εποχής.
Η ανάδειξη του εθνικού ζητήματος σε κεντρική παράμετρο
Το εθνικό ζήτημα είχε ήδη γίνει βασική παράμετρος της πολιτικής του ΚΚΕ μέσα από την προβολή της εθνικής ανεξαρτησίας πριν από τον πόλεμο. Ο δε Νίκος Ζαχαριάδης στις Θέσεις του για την ιστορία του ΚΚΕ, το 1939, δεν είχε διστάσει να κάνει λόγο για την ανάγκη Εθνικού Μετώπου. Αυτή η γραμμή είχε και ως αποτέλεσμα το γράμμα Ζαχαριάδη και τη στάση των κομμουνιστών στον πόλεμο.

Το γράμμα Ζαχαριάδη καθόρισε τη στάση των κομμουνιστών απέναντι στην ιταλική επίθεση της 28ης Οκτωβρίου 1940 και ευρύτερα απέναντι στον πόλεμο, πολύ πριν από τη γερμανική επίθεση κατά της Σοβιετικής Ένωσης
Μέσα στον κυκεώνα του πολέμου, και μετά και την αυτοδιάλυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς το 1943, δεν ήταν αυτονόητη η μεταφορά και εφαρμογή αυτής της πολιτικής από τα κομμουνιστικά κόμματα σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα η πολιτική του ΚΚΕ βασιζόταν στη μεσοπολεμική εμπειρία του Παλλαϊκού Μετώπου, που μπορεί να μην κατόρθωσε να αποτρέψει τη δικτατορία αλλά ανέβασε κατά πολύ το κύρος και την εμβέλεια του κόμματος, ενώ η έλλειψη επαφής με την Κομμουνιστική Διεθνή, προτού εκείνη διαλυθεί, άφηνε στο ΚΚΕ την ευθύνη αλλά και τη δυνατότητα να αυτοσχεδιάσει.
Η κατοχή λοιπόν της χώρας συναρμόστηκε με ένα μεγάλο πολιτικό κενό, που προϋπήρχε από τη δικτατορία του Γεωργίου Β΄ και του Μεταξά. Μέσα στο κενό αυτό βρήκε χώρο η πρωτοβουλία του ΚΚΕ για τον σχηματισμό ενός εθνικοαπελευθερωτικού μετώπου. Υπήρχαν η εμπειρία για τις διαπραγματεύσεις και τους διαύλους με τον πολιτικό κόσμο όσο και από τις πρωτοβουλίες της βάσης και τις ενωτικές κινητοποιήσεις. Η εμπειρία αυτή συνδυάστηκε με τον σωστό προσανατολισμό ως προς την αντιμετώπιση του πολέμου και την ανάγκη για αντίσταση στον κατακτητή. Στο ζήτημα αυτό ιδιαίτερο ρόλο είχαν οι επεξεργασίες Ζαχαριάδη για Εθνικό Μέτωπο το 1939 –έρχονταν σε αντίθεση με τις τότε θέσεις της Κομμουνιστικής Διεθνούς, οι οποίες προσαρμόζονταν στις ανάγκες του γερμανοσοβιετικού συμφώνου– και φυσικά το πρώτο γράμμα που έγινε πανελληνίως γνωστό. Η επιλογή της αντίστασης με όρους εθνικούς συναντήθηκε με την ανάλογη κοινωνική διαθεσιμότητα, που μορφοποιήθηκε από τη γρήγορη συνειδητοποίηση της ληστρικής και βάρβαρης φύσης της κατάκτησης.

Η εξόριστη κυβέρνηση Τσουδερού είχε βασικό μέλημα τη μεταπολεμική επιβίωση του Γεωργίου Β΄ και την πρώτη περίοδο αρνιόταν να εναρμονιστεί με τα ιδανικά των Ηνωμένων Εθνών και να δεσμευτεί για την αποκατάσταση των δημοκρατικών ελευθεριών στην Ελλάδα. «Εξόριστοι πρωθυπουργοί» στο Λονδίνο (ο Εμμ. Τσουδερός δεύτερος από δεξιά)
6η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ, Ιούλιος 1941: Διώξιμο των κατακτητών και προσωρινή κυβέρνηση
Από τον Ιούλιο του 1941, η 6η Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ καλούσε σε ένα εθνικό μέτωπο απελευθέρωσης με πρωταρχικό στόχο το διώξιμο των κατακτητών. Επίσης έμπαινε ο στόχος για την επόμενη μέρα μιλώντας «για το σχηματισμό προσωρινής κυβέρνησης από όλα τα κόμματα, που θα αποκαταστήσει τις δημοκρατικές ελευθερίες του λαού, θα του εξασφαλίσει ψωμί και δουλειά, θα συγκαλέσει συνταχτική εθνοσυνέλευση και θα υπερασπίσει την ακεραιότητα και την ανεξαρτησία της Ελλάδας από κάθε ξενική ιμπεριαλιστική δύναμη».
Έμπαινε λοιπόν εξαρχής μπροστά η μετωπική πολιτική με πολιτική γραμμή την εθνική ενότητα, στρατηγική την ανάπτυξη εθνικού μετώπου, πρώτο και αποφασιστικό στόχο την απελευθέρωση της χώρας ενώ δεν χανόταν ο απώτερος στόχος της κοινωνικής αλλαγής μεταπολεμικά. Όλες οι μετωπικές δράσεις και οργανώσεις περιβλήθηκαν με την εμβέλεια της εθνικής συστράτευσης από την ονομασία τους ακόμα δίνοντας άλλες πολιτικές διαστάσεις σε διεκδικήσεις συνδικαλιστικές, συνεταιριστικές, εθνοτοπικές ή γύρω από συγκεκριμένα ζητήματα. Δεν ήταν δεδομένη η πολιτικοποίηση των κάθε είδους διεκδικήσεων και η συνάρθρωσή τους γύρω από ένα κοινό εθνικό μέτωπο, στο οποίο όχι μόνο συμμετείχαν αλλά πρωταγωνιστούσαν οι κομμουνιστές.
Ήταν φανερό ότι η πολιτική γραμμή της εθνικής ενότητας ήταν η μόνη που μπορούσε να φέρει αυτά τα αποτελέσματα τόσο στην οργάνωση του λαού όσο και στη συγκέντρωση δυνάμεων στο πολιτικό επίπεδο. Δεν έγιναν έξαφνα μαζικά κομμουνιστές οι Έλληνες ούτε πείστηκαν για τη μεταπολεμική πορεία της χώρας. Συμμετείχαν όμως μαζικά σε ένα εθνικό μέτωπο που είχε καθαρούς στόχους και έδειχνε οργανωμένους τρόπους πάλης για την υπεράσπιση της ζωής τους. Και αυτό παρά την αναντιστοιχία της κοινωνικής εμβέλειας του ΕΑΜ με την πολιτική του διάσταση που λίγο διέφερε από εκείνη του Παλλαϊκού Μετώπου.
Τα όρια των πολιτικών συμμαχιών του ΚΚΕ στον Μεσοπόλεμο κάλυπταν ένα μέρος της Αριστεράς και δεν μπόρεσαν να επεκταθούν πέρα από αυτήν παρά τις προσπάθειες και τις πρόσκαιρες και εύθραυστες συνεννοήσεις με το Κόμμα των Φιλελευθέρων. Οι έκτακτες συνθήκες της Κατοχής δεν θα κατάφερναν να οδηγήσουν στο ξεπέρασμα αυτών των ορίων. Την ίδρυση του ΕΑΜ, όπως γνωρίζουμε, συναποφάσισαν με το ΚΚΕ το ΣΚΕ, η νεοδημιουργημένη ΕΛΔ του Ηλία Τσιριμώκου και το Αγροτικό Κόμμα (ΑΚΕ).
Τα κατεστημένα πολιτικά κόμματα, εν πολλοίς κατακερματισμένα, επέδειξαν εξαρχής μια διάθεση απόσπασης από την κατοχική πραγματικότητα σχεδιάζοντας τη μεταπολεμική κατάσταση της χώρας. Το πώς η χώρα θα έφτανε εκεί δεν φαινόταν να τα απασχολεί, ήταν ένα θέμα που επαφιόταν στη γενική εξέλιξη του πολέμου. Εδώ έχουμε και κάποια όρια, που το ΚΚΕ έπαιρνε υπόψη του: Καθώς οι εξελίξεις του πολέμου από το 1943 προδιέγραφαν το τέλος του, άρχισαν παντού και οι διεργασίες για τον μεταπολεμικό σχεδιασμό του κόσμου. Καθώς οι αστικές πολιτικές δυνάμεις, και οι Βρετανοί βεβαίως, σχεδίαζαν μια επιστροφή στο μεσοπολεμικό πολιτικό σύστημα και αυτό τους οδηγούσε σε μια επιθετική στάση απέναντι στην Αντίσταση και ειδικά προς το ΚΚΕ, αυτό το τελευταίο έπρεπε να αντιμετωπίσει την εντεινόμενη αντικομμουνιστική προπαγάνδα. Ούτε αυτή η προπαγάνδα ήταν αμελητέα ούτε ο αστικός πολιτικός κόσμος διαλυμένος, όπως θέλουν απλουστευτικές περιγραφές της εποχής.
Η επιτυχία του ΕΑΜ οφειλόταν στο ότι οι δυνάμεις του πρωτοστάτησαν στους άμεσους αγώνες επιβίωσης του λαού και στην οργάνωση της αντίστασής του σε όλα τα επίπεδα. Στους αγώνες αυτούς τα πρώτα στελέχη του ΕΑΜ –εν πολλοίς τα μέλη του ΚΚΕ– ήταν η πρωτοπορία του αγώνα και αναγνωρίζονταν ως τέτοια από τον λαό. Η θέλησή του να αντισταθεί έκανε δυνατή την ανάπτυξη του αντιστασιακού κινήματος στις διαστάσεις που ξέρουμε. Το ΕΑΜ πλαισίωσε αυτήν τη θέληση και ένωσε μέσω της οργάνωσής του όλες τις κοινωνικές ομάδες που στράφηκαν προς την Αντίσταση. Από τις κινήσεις αλληλεγγύης για την προστασία του λαού από την πείνα, η οργανωμένη δράση επεκτάθηκε σε διεκδικήσεις για τη διανομή της διεθνούς βοήθειας και την αύξηση των μισθών. Η πολιτικοποίηση επήλθε από το 1942 με σειρά απεργιών που από κλαδικές έγιναν γενικές και από οικονομικές διεκδικήσεις προχώρησαν σε πολιτικά αιτήματα, όπως την παύση της τρομοκρατίας ως την προάσπιση της ελληνικής Μακεδονίας από τη βουλγαρική κατοχή.

Η νεοδημιουργημένη ΕΛΔ του Ηλία Τσιριμώκου (ομιλία του στην ΠΕΕΑ), ανεξάρτητα από τη μικρή εμβέλειά της, προσέφερε στο ΕΑΜ μια ιδιαίτερη συμβολική βαρύτητα συμμαχίας με μεσαία στρώματα
Το βάπτισμα του πυρός: Διαδήλωση κατά της επιστράτευσης – μάχη του Φαρδύκαμπου
Συμβολικά, την ίδια ημέρα, 5 Μαρτίου 1943, εκδηλώθηκε η μαζική και μαχητική διαδήλωση του ΕΑΜ στην Αθήνα ενάντια στην πολιτική επιστράτευση με αποτέλεσμα την καταστροφή των καταλόγων του υπουργείου Εργασίας αλλά και την πρώτη καταγραφή άσκησης ένοπλης βίας από τα ελληνικά Σώματα Ασφαλείας ενάντια στο μαζικό κίνημα και στη Δυτική Μακεδονία οι αντάρτικες ομάδες εξαπέλυσαν επίθεση εναντίον ενός ιταλικού τάγματος υποχρεώνοντάς το σε παράδοση την επόμενη μέρα. Ήταν η περίφημη μάχη του Φαρδύκαμπου, κορύφωση της εξέγερσης στη Δυτική Μακεδονία που οδήγησε στην απελευθέρωση ενός μεγάλου τμήματος από τον κατοχικό έλεγχο, η αρχή του σχηματισμού της Ελεύθερης Ελλάδας. Οι δύο αυτές αντιστασιακές ενέργειες στρέφονταν κατά του ναζιστικού και φασιστικού συστήματος εκμετάλλευσης, της εργασίας στην περίπτωση της Αθήνας και της αγροτικής παραγωγής στην περίπτωση των Γρεβενών. Ήταν και η αρχή της μεγάλης ισχυροποίησης του ΕΑΜ.
Η δημιουργία της Ελεύθερης Ελλάδας, με την απελευθέρωση μεγάλου μέρους της υπαίθρου από τον ΕΛΑΣ από το καλοκαίρι του 1943, δημιουργούσε νέα, μη προβλέψιμα, ζητήματα και απαιτήσεις διοίκησης, που υπερέβαιναν τη σχηματισμένη γραμμή πανεθνικής ενότητας και λύσης του κυβερνητικού προβλήματος μετά την απελευθέρωση. Οι λύσεις που έπρεπε αναγκαστικά να δοθούν για τη διακυβέρνηση της Ελεύθερης Ελλάδας αλλά και για την αντιπροσώπευση αυτής της εξουσίας απέναντι στους άλλους πόλους εξουσίας, εγχώριους και ξένους, υπήρξαν δύσκολες και αντιφατικές.

Η μάχη του Φαρδύκαμπου οδήγησε στην απελευθέρωση ενός μεγάλου τμήματος της Δυτικής Μακεδονίας και αποτέλεσε την αρχή του σχηματισμού της Ελεύθερης Ελλάδας. Η ελασίτικη ομάδα «Αστραπή» που πήρε μέρος στην κρίσιμη μάχη
Η σταδιακή αλλά γοργή συγκρότηση ενός ενιαίου απελευθερωμένου χώρου απαιτούσε εκ των πραγμάτων μια μορφή εξουσίας. Τα υπαρκτά ζητήματα διαχείρισης και ελέγχου του χώρου υπερέβαιναν τις τοπικές δομές και οδηγούσαν προς μια λύση κεντρικής εξουσίας. Τέτοια προπλάσματα ήταν τόσο το Κοινό Γενικό Στρατηγείο Ανταρτών το καλοκαίρι του 1943 όσο και το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ, σχηματίστηκε η Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ), όχι μόνο ως διαπραγματευτικό χαρτί για την επίσπευση των πολιτικών διαπραγματεύσεων αλλά και ως αναγκαίο εργαλείο διοίκησης ενός μεγάλου, οικονομικά αυτόνομου χώρου, σε πόλεμο με τον κατεχόμενο περίγυρό του.
Ο σταδιακός σχηματισμός της Ελεύθερης Ελλάδας δημιουργούσε τους όρους σχηματισμού μιας ξεχωριστής κυβέρνησης πριν από την απελευθέρωση της χώρας. Προς αυτήν την κατεύθυνση έδειχναν τόσο οι δυσοίωνες εξελίξεις στην Ελλάδα με τη σταδιακή σύμπηξη ενός αντιεαμικού μετώπου από τις πολιτικές δυνάμεις αντί της σύμπραξής τους σε ένα κοινό εθνικό μέτωπο αλλά και οι ανάλογες εξελίξεις σε Γιουγκοσλαβία, Αλβανία και με διαφορετικό τρόπο σε Γαλλία και Τσεχοσλοβακία. Το ΚΚΕ, χωρίς να εγκαταλείπει την πολιτική γραμμή της πανεθνικής ενότητας, αρχίζει να εξετάζει και αυτό το ενδεχόμενο στα πλαίσια της πολιτικής του. Από το καλοκαίρι του 1943 η ρητορική του ΚΚΕ σκληραίνει μετατοπίζοντας σταδιακά το ζήτημα της εθνικής ενότητας από το επίπεδο της ενότητας μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων στο επίπεδο της ενότητας του λαού, που μπορούσε να πραγματοποιηθεί μέσα στους κόλπους του ΕΑΜ. Αμφισβητούσε μάλιστα τον εθνικό λόγο των αστικών κομμάτων υπερακοντίζοντας τα στο θέμα για το οποίο επί χρόνια κατηγορούσαν το ΚΚΕ: τις εθνικές διεκδικήσεις.
Παρά τη ρητορική αυτή, δεν είχε αλλάξει ουσιαστικά ούτε η πολιτική γραμμή του ΚΚΕ για την εθνική ενότητα ούτε οι εκτιμήσεις πάνω στις οποίες αυτή βασιζόταν. Στις αρχές Ιουνίου 1943 η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ, που είχε συγκληθεί στην Αθήνα για να εγκρίνει την πρόταση διάλυσης της Κομμουνιστικής Διεθνούς, υπερθεμάτισε στο ζήτημα της εθνικής ενότητας. Στη σχετική ανακοίνωση, η διάλυση της ΚΔ εμφανιζόταν ως μέτρο που έπληττε τη φασιστική στρατηγική διάσπασης του συμμαχικού στρατοπέδου και που έβγαζε «κάθε εμπόδιο για τη στερέωση του εθνικού αγώνα ενάντια στους βάρβαρους κατακτητές». Το ΚΚΕ δήλωνε πως θα συνέδραμε για να «συνενωθεί και η τελευταία πατριωτική δύναμη σ’ έναν αδιάσπαστο εθνικό συνασπισμό» και να κινητοποιηθεί ο λαός για την εθνική απελευθέρωση, πάντα στο πλάι των μεγάλων Συμμάχων. Το ίδιο το Κόμμα θα άλλαζε οργανωτική πολιτική για να μετατραπεί σε «πλατύ μαζικό κόμμα του εργαζόμενου λαού, κόμμα μυριάδων μελών». Αυτή η τελευταία απόφαση αντανακλούσε και τις αυξημένες στελεχικές απαιτήσεις του ΚΚΕ από την πολύπλευρη ανάπτυξη του αγώνα και τη διοίκηση των απελευθερωμένων περιοχών.
Το ΚΚΕ αναλάμβανε τις ευθύνες του ενώπιον του έθνους, συντασσόταν με τη συμμαχική πολιτική και μπορούσε να εγκαλεί τις υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις. Η ανακοίνωση της 2ας Ιουνίου 1943 τελείωνε, μεταξύ άλλων, με τα χαρακτηριστικά συνθήματα «Ζήτω η αδιάσπαστη εθνική συνένωση του ελληνικού λαού στον κοινό αγώνα! Ζήτω ο εθνικός ενιαίος ανταρτοπόλεμος» και «Ελεύθερη, ανεξάρτητη, ακέραιη και λαοκρατούμενη Ελλάδα».

Το ΚΚΕ συντασσόταν με τη συμμαχική πολιτική και μπορούσε να εγκαλεί κάποιες πολιτικές δυνάμεις για έλλειψη πατριωτισμού. Τοποθέτηση εκρηκτικών σε γέφυρα στη Θράκη από ομάδα Ελληνοαμερικανών σαμποτέρ της OSS (φωτογραφία Spiro Cappony)
Τις πρώτες μέρες του 1944, πραγματοποιήθηκε στο Κουκάκι η 10η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ. Η εκτίμηση της εισήγησης ήταν ότι το 1944 «υπάρχουν όλες οι δυνατότητες να συντριβεί ο φασισμός». Η μεταστροφή του πολέμου παρήγαγε πολιτικά αποτελέσματα, όπως οι αποφάσεις της Μόσχας και της Τεχεράνης για την αυτοδιάθεση των λαών και τον εκμηδενισμό του φασισμού. Ως πρώτα δείγματα της νέας περιόδου παρουσιάστηκαν η «τσεχοσοβιετική συνθήκη» και η «καινούρια λαϊκή γιουγκοσλαβική κυβέρνηση». Το ΚΚΕ, συνέχιζε παρακάτω η απόφαση, «θεωρεί μοναδικό κατάλληλο πολίτευμα για τη μεταπολεμική αναδημιουργία της Ελλάδας τη λαϊκή δημοκρατία και θ’ αγωνιστεί να κατακτήσει την πλειοψηφία του ελληνικού λαού στις εκλογές της συντακτικής εθνοσυνέλευσης. […] Η εθνική ενότητα και πάλη στο πλευρό των συμμάχων ως τη συντριβή του φασισμού, για την επιβίωση του λαού, για την εθνική απελευθέρωση, για τη λαοκρατική λύση του εσωτερικού προβλήματος, για τη λαϊκή δημοκρατία, είνε ο δρόμος της νίκης, της λευτεριάς, της προόδου. Κυβέρνηση εθνικής ενότητας και απελευθέρωσης, καταρτιζόμενη άμεσα στην ελεύθερη Ελλάδα, θα εξασφαλίσει, με τις λιγότερες θυσίες, αυτές τις λύσεις προς το συμφέρο του έθνους».
Νέα καθήκοντα που έθεσε η συγκρότηση «κυβέρνησης του βουνού»
Η ίδρυση χωριστής κυβέρνησης, της ΠΕΕΑ, υπήρξε ένας σταθμός, όσο εν μέρει και ένα αποτέλεσμα, δυο παράλληλων και αλληλοσυγκρουόμενων διαδικασιών· αφενός της ολοκλήρωσης σχηματισμού της Ελεύθερης Ελλάδας και της αναγκαιότητας τόσο πολιτικής έκφρασής της όσο και διοικητικού ελέγχου της, αφετέρου των πολιτικών διεργασιών που είχαν ξετυλιχτεί τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο και στη Μέση Ανατολή και αφορούσαν τη μεταπολεμική πολιτική κατάσταση, την επιστροφή ή όχι του βασιλιά και την ανάγκη σχηματισμού μιας αντιπροσωπευτικής κυβέρνησης με ανανεωμένο κύρος. Το ΕΑΜ συμμετείχε ενεργά στις πολιτικές διαδικασίες προβάλλοντας την ανάγκη διεύρυνσης της κυβέρνησης του Καΐρου και της μεταφοράς αποφασιστικών αρμοδιοτήτων στην περιοχή της Ελεύθερης Ελλάδας ως αναγνώριση του αντιστασιακού αγώνα.
Παρ’ όλα αυτά, οι πολιτικές συμμαχίες δεν υπερέβησαν ιδιαίτερα την εμβέλεια των μεσοπολεμικών συνεργασιών, εκτός από την πρότερη εχθρότητα του αστικού πολιτικού κόσμου προς το ΚΚΕ, μέτρησε και η βρετανική ανάμιξη και επιρροή. Οι δίαυλοι Αθήνας και Καΐρου έμεναν ανοικτοί και οδηγούσαν προσεκτικά στη συγκρότηση ενός αντιεαμικού μετώπου.

Στις εκλογές της 25ης Απριλίου 1944 για την ΠΕΕΑ οι εκτιμήσεις αναφέρουν από 1.500.000 έως 1.800.000 ψηφοφόρους, άνδρες και γυναίκες (φωτογραφία Σπύρος Μελετζής)
Το ΕΑΜ εμφανιζόταν πλέον ως η δύναμη που μπορούσε να κάνει πράξη την εθνική ενότητα, μια προειδοποίηση για τους «αρνητές» της, την «εσωτερική αντίδραση γύρω από τον Γλύξμπουργκ», «αντιδραστικές δυνάμεις» που «αναπολούν τον τεταρτοαυγουστιανό φασισμό», αλλά επίσης το ρεύμα που «ακαταστάλαχτο και σκόρπιο ξεχωρίζει στην πολιτική ζωή της χώρας, συγκεντρώνεται γύρω από τους διάφορους στρατηγούς παλιούς είτε υποψήφιους τυραννίσκους – Πάγκαλο, Γονατά, Πλαστήρα, Ζέρβα και άλλους φιλόδοξους» και τέλος «τα παλιά πολιτικά κόμματα, βενιζελικά και αντιβενιζελικά».
Μεταξύ εθνικού προτάγματος και κοινωνικής-ταξικής παραμέτρου
Μέσα στο πλαίσιο αυτό διαμορφώθηκαν και οι πολιτικοί στόχοι του ΕΑΜ και μορφοποιήθηκε η πολιτική γραμμή της εθνικής ενότητας, ως μόνο μέσο για την εκδίωξη του κατακτητή και τη διασφάλιση των όρων για την κατάκτηση των δημοκρατικών ελευθεριών, που θα απειλούνταν εκ νέου σε περίπτωση εμφυλίου. Παρά την εθνική διάσταση της πολιτικής που ακολουθούσε το ΚΚΕ, δεν ήταν απούσα η κοινωνική, ταξική, παράμετρος καθώς άλλωστε η Κατοχή δημιουργούσε τους όρους για κοινωνική πόλωση, άγρια εκμετάλλευση του εργατικού δυναμικού (εκμηδένιση ουσιαστικά του κόστους εργασίας) και λεηλασία της παραγωγής, βιομηχανικής και αγροτικής. Η εθνική διάσταση όμως εξοβέλιζε τους συνεργάτες –και τους «απόντες»– εκτός εθνικού κορμού και προσπαθούσε να ανοίξει διαύλους επικοινωνίας με πολιτικές δυνάμεις και κοινωνικά στρώματα. Άλλωστε, μια άλλη διάσταση του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα ήταν η σύνδεσή του με τον γενικότερο συμμαχικό αγώνα, η επίκληση των Μεγάλων Συμμάχων και των διακηρύξεών τους με προεξάρχουσα εκείνη του Χάρτη του Ατλαντικού.
Από τα πιο αξιοσημείωτα γεγονότα στην ιστορία της συγκρότησης της εξουσίας στην Ελεύθερη Ελλάδα ήταν η διαδικασία εκλογής του Εθνικού Συμβουλίου. Αν η ΠΕΕΑ ήταν το κυβερνητικό σχήμα της Ελεύθερης Ελλάδας, το Εθνικό Συμβούλιο ήταν το κοινοβούλιό της, που θα επικύρωνε την εξουσία της ΠΕΕΑ. Η διαδικασία εκλογής ήταν πρωτόγνωρη από πολλές απόψεις. Η σημαντικότερη ήταν αναμφισβήτητα η χωρίς όρους συμμετοχή των γυναικών σε εκλογική διαδικασία στην Ελλάδα καθώς και των νέων άνω των 18 ετών. Το ουσιαστικότερο όμως ήταν αυτό που ακολούθησε, η πολιτική συγκρότηση δηλαδή της Ελεύθερης Ελλάδας με θεσμούς στελεχωμένους από τα εκλεγμένα μέλη του Εθνικού Συμβουλίου και άλλα στελέχη της ΠΕΕΑ και μέσω αυτών η εδραίωση των κοινωνικών συμμαχιών του ΕΑΜ.

Η παρουσία του ΕΛΑΣ παρείχε στους χωρικούς τη σιγουριά ότι μπορούσε να προστατεύσει ένοπλα την παραγωγή τους. Η μάχη της σοδειάς στη Θεσσαλία
Η προκήρυξη εκλογών προβλεπόταν από την Ιδρυτική Πράξη της ΠΕΕΑ. Οι εκλογές προκηρύχτηκαν τελικά για τις 25 Απριλίου 1944 και ήταν σίγουρα μια μαζική διαδικασία. Αναπάντητο θα μείνει το ερώτημα του πόσοι ακριβώς ψήφισαν και θα πρέπει να αρκεστούμε στις εκτιμήσεις που αναφέρουν από 1.500.000 έως 1.800.000 ψηφοφόρους όπου μπόρεσε να φτάσει η κάλπη, κυρίως στις ελεύθερες περιοχές και στις παρυφές της Ελεύθερης Ελλάδας αλλά και στην κατεχόμενη ζώνη. Συγκριτικά, στις τελευταίες κοινοβουλευτικές εκλογές του Ιανουαρίου 1936 είχαν ψηφίσει 1.278.085 άτομα.
Το ψηφοδέλτιο της Αθήνας τυπώθηκε σε 500.000 αντίτυπα. Συνεργεία του ΕΑΜ τα μοίραζαν στα σπίτια και τα έπαιρναν έπειτα από μέρες. Το ψηφοδέλτιο ονομάστηκε «εθνικής ενότητας» και οι ψηφοφόροι ουσιαστικά το ψήφιζαν ή όχι, ενώ μπορούσαν να κάνουν αλλαγές ή να προσθέσουν ονόματα, πράγμα που μικρή σημασία είχε. Σύμφωνα με τον Μπαρτζιώτα, υπεύθυνο τότε της κομματικής οργάνωσης Αθήνας, η κεντρική εκλογική επιτροπή μάζεψε στο τέλος 300.000 ψηφοδέλτια.
Οι εκλογές του Απριλίου 1944 εντάσσονταν μέσα στην πολιτική γραμμή της εθνικής ενότητας και της ολοκλήρωσής της μέσα στους κόλπους του ΕΑΜ. Έχοντας αυτήν τη γραμμή και σαφείς οδηγίες από την καθοδήγηση του ΚΚΕ, οι περιφερειακές οργανώσεις του κόμματος φρόντισαν ώστε οι υποψηφιότητες για το Εθνικό Συμβούλιο να καλύπτουν μια ευρεία κοινωνική και επαγγελματική γκάμα και να αποτυπώνουν και με αυτό τον τρόπο τη συντελούμενη εθνική ενότητα.
Πολιτικός πλουραλισμός και ταξική πολυσυλλεκτικότητα
Ένα ζήτημα που έχει τεθεί επανειλημμένα είναι το μέγεθος της εμβέλειας της εαμικής παράταξης κατά την απελευθέρωση. Σύμφωνα με τον Ηλία Νικολακόπουλο, που παίρνει υπόψη του τόσο τις εκλογές για το Εθνικό Συμβούλιο της ΠΕΕΑ τον Απρίλιο του 1944 όσο και την καταγραφή της οργανωτικής επιρροής του ΕΑΜ στα μέσα του 1944, όπως ανακοινώθηκε στην Πανελλαδική Σύσκεψη στο Νεοχώρι Ευρυτανίας (1-2 Σεπτεμβρίου 1944), η οργανωτική δύναμη του ΕΑΜ ανερχόταν περίπου από 1.500.000 ως 2.000.000 άτομα, από τα οποία το 1/3 ήταν γυναίκες και περίπου 600.000 ήταν τα συνυπολογιζόμενα μέλη της ΕΠΟΝ, μεγάλο μέρος των οποίων δεν εντασσόταν στον ενήλικο πληθυσμό. Η δύναμη αυτή δεν ήταν ομοιόμορφα κατανεμημένη: στη Θεσσαλία και την Κεντρική και Δυτική Μακεδονία, ο αριθμός των μελών του ΕΑΜ ανερχόταν στο περίπου 40% του πληθυσμού ενώ στις υπόλοιπες περιοχές της χώρας κυμαινόταν στο 20% με 25%. Ο Μιχάλης Λυμπεράτος συγκρίνει τη δύναμη του ΕΑΜ με τον πληθυσμό της χώρας, όπως υπολογίζεται από την απογραφή του 1940 και συνεκτιμώντας τις απώλειες του πολέμου και τον πληθυσμό άνω των 10 ετών φτάνοντας σε μια εκτίμηση ενεργού πληθυσμού για 5.500.000 άτομα. Με βάση αυτό τον αριθμό, τα μέλη όλων των εαμικών οργανώσεων και του ΕΛΑΣ υπολογίζονταν σε 25% του συνολικού πληθυσμού.
Η οικονομική λειτουργία της Ελεύθερης Ελλάδας, και ο έλεγχός της από τις δομές του ΕΛΑΣ και της ΠΕΕΑ (ΕΤΑ), αφορούσε μια σειρά στρώματα που έτσι κι αλλιώς είχαν οικονομικές σχέσεις μεταξύ τους. Στη βάση του, το ΕΑΜ στηρίχτηκε όχι μόνο στους μικρούς αλλά και στους μεσαίους και μεγάλους παραγωγούς, που είδαν την ένοπλη Αντίσταση να προστατεύει την παραγωγή τους από την υποχρεωτική συγκέντρωση και το παρακράτημα που ήθελε να επιβάλει η κυβέρνηση συνεργασίας. Επίσης, οι πληθυσμοί των ορεινών χωριών, μικροί γεωργοί και κτηνοτρόφοι, ταύτισαν τις τύχες τους με τον ΕΛΑΣ και δέχτηκαν κρίσιμη βοήθεια από τις εαμικές δομές μετά τις καταστροφικές γερμανικές επιχειρήσεις. Αλλά και ένα μέρος των επαρχιακών ελίτ στα αστικά κέντρα γύρω και ανάμεσα από την Ελεύθερη Ελλάδα τάχτηκε με το ΕΑΜ και στελέχωσε τα ανώτερα κλιμάκια του διοικητικού μηχανισμού της ΠΕΕΑ (διοικητικοί αντιπρόσωποι, αναθεωρητικά δικαστήρια, επαρχιακά και νομαρχιακά συμβούλια, αυτοδιοικητικές θέσεις μετά την απελευθέρωση στις πόλεις) ενώ όλος αυτός ο κόσμος συνδέθηκε με τα εργατικά αλλά και τα μικροαστικά και μεσοαστικά στρώματα των μεγάλων πόλεων που στήριζαν το ΕΑΜ. Πολλά στελέχη από τις πόλεις «ανέβηκαν στο βουνό» το 1944 και στελέχωσαν τις διοικητικές υπηρεσίες της ΠΕΕΑ, τις Γραμματείες και τους κατά τόπους μηχανισμούς. Η σύνθεση του Εθνικού Συμβουλίου περιγράφει αυτή την κοινωνική βάση.

Η δημιουργία των αντιεαμικών ομάδων υπήρξε η πιο ακραία άμυνα απέναντι στην εξάπλωση του εαμικού πλέγματος στις πόλεις. Ταγματασφαλίτες σε εξόρμησή τους σε χωριά της Αττικής
Τα ερωτήματα που ανοίγονται αφορούν τη βαθύτερη ανάλυση της κοινωνικής βάσης του ΕΑΜ όσον αφορά την ύπαιθρο και την εξειδίκευσή της κατά τόπους, λαμβάνοντας υπόψη τη αλληλοεμπλοκή των διαδικασιών αυτών με τις τοπικές αντιθέσεις, το βαθμό ενσωμάτωσης των προσφύγων και την αντιπαράθεσή τους με τους ντόπιους, συχνά μέλη εθνοτικών ομάδων, και σε τελική ανάλυση τον βαθμό ενοποίησης της κοινωνίας. Ένα άλλο μεγάλο ερώτημα είναι η διακρίβωση των ενδείξεων που υπάρχουν για την κοινωνική απήχηση του ΕΑΜ, και ο έλεγχος αυτής μέσω της συμμετοχής σε εαμικές δομές αλλά και κινητοποιήσεις, συμμετοχή στις δραστηριότητες της αυτοδιοίκησης υπό την ΠΕΕΑ και διαδικασίες όπως εκλογές. Ένας δείκτης για την κοινωνική απήχηση του ΕΑΜ είναι και η στελέχωση του ΕΛΑΣ και ο έλεγχος της υπόθεσης για τη διαθεσιμότητα ενός δυναμικού, που σε άλλες εποχές θα έπαιρνε τον δρόμο της εσωτερικής ή εξωτερικής μετανάστευσης.
Τέλος, μένει να αποσαφηνιστεί περαιτέρω και η κοινωνική αντίθεση προς το ΕΑΜ, την ΠΕΕΑ και τα προτάγματά τους. Οι τρόποι που η αντίθεση αυτή εκδηλώνεται –ως αντίδραση ή ως προσαρμογή– η δημιουργία των αντιεαμικών ομάδων και πως μια σειρά τέτοιων αντιθέσεων εμφανίζεται μετά την απελευθέρωση και την εξάπλωση του εαμικού πλέγματος στις πόλεις.
Το αυξημένο ειδικό βάρος των «μικρών» πολιτικών συμμάχων
Με δεδομένη την αναντιστοιχία μεταξύ της κοινωνικής επιρροής του ΕΑΜ (ειδικά στην ύπαιθρο) και της εμβέλειας των πολιτικών του συμμαχιών, πήρε ιδιαίτερο βάρος η συμμετοχή μικρότερων πολιτικών δυνάμεων, οι οποίες συμβολίζοντας τη μετωπική –αν όχι την εθνική– διάσταση, κατάφεραν να έχουν αποφασιστικό ρόλο. Αυτό ίσχυε ιδιαίτερα για τις πολιτικές δυνάμεις που κατά κάποιον τρόπο εκπροσωπούσαν ένα τμήμα των μικρών και μεσαίων αστικών στρωμάτων των μεγάλων πόλεων και είχαν αναφορά στον φιλελεύθερο χώρο, δηλαδή η ΕΛΔ του Ηλία Τσιριμώκου που συγκροτήθηκε από νέους πολιτικούς της Αριστεράς των Φιλελευθέρων, ο κύκλος πολιτικών αλλά και διανοουμένων γύρω από τον Αλέξανδρο Σβώλο, η συγκρότηση της Ομάδας Αριστερών Φιλελευθέρων το 1944 αλλά και η συμμετοχή, τοπικά, μεμονωμένων φιλελευθέρων στο ΕΑΜ και άλλες δυνάμεις όπως η Δημοκρατική Ένωση, το πάλαι ποτέ κόμμα του Αλέξανδρου Παπαναστασίου. Αυτός ο πολιτικός χώρος θέλησε να πρωταγωνιστήσει στην επίτευξη της εθνικής ενότητας και πίεσε αποφασιστικά το ΚΚΕ προς αυτή την κατεύθυνση ενώ και το ίδιο υπολόγιζε αυτές τις δυνάμεις πολύ περισσότερο απ’ ό,τι σήμερα πιστεύεται.
Θα προσθέταμε πως η αξία αυτής της πολιτικής συμμαχίας δεν περιοριζόταν στο συμβολικό επίπεδο ανάδειξης της ενότητας και εξορκισμού των κατηγοριών ενάντια στο ΚΚΕ για μονοπώληση του αγώνα και σχέδια υφαρπαγής της εξουσίας. Η πολιτική και διοικητική εμπειρία των στελεχών των Φιλελευθέρων, η συμμετοχή τους σε πρότερες κρατικές θέσεις, τους καθιστούσε κάτοχους μιας αντίστοιχης πολιτικής και διοικητικής «τεχνογνωσίας», πολύτιμης τόσο για την ΠΕΕΑ όσο και για έναν μελλοντικό συνασπισμό εξουσίας. Αν θεωρήσουμε ότι το απόσπασμα του Γκράμσι θα μπορούσε να μιλάει και για την περίπτωσή μας, η «αναπόφευκτη μετατροπή» του εαμμικού κινήματος σε κράτος προϋπέθετε αυτές τις πολιτικές και κοινωνικές συμμαχίες.
Εν τέλει, η ΠΕΕΑ, υπολογίζοντας τις οικονομικές και κοινωνικές παραμέτρους και λαμβάνοντας υπόψη τις ραγδαίες εξελίξεις που έφερνε το επικείμενο τέλος του πολέμου, προχώρησε μέχρι τέλους στην κατεύθυνση υπεράσπισης της γραμμής της εθνικής ενότητας συμμετέχοντας στην κυβέρνηση Εθνικής Ενώσεως του Γ. Παπανδρέου. Σε αυτή την απόφαση συνέβαλαν οι παρόμοιες εξελίξεις «ενωτικών» κυβερνήσεων σε άλλες κατεχόμενες χώρες και η στάση των Μεγάλων Συμμάχων. Ακολουθήθηκε λοιπόν μια τακτική ενότητας «από τα πάνω» με τη συμμετοχή στην κυβέρνηση, που ιδανικά θα απομάκρυνε την απειλή σύγκλισης του πολιτικού κόσμου και των κοινωνικών του στηριγμάτων με μηχανισμούς και δομές της κυβέρνησης συνεργασίας που εκπροσωπούσαν τον κόσμο του οικονομικού δωσιλογισμού. Αυτή δε η συμμετοχή μπορούσε να νομιμοποιήσει και να περιβάλει με το κύρος της κυβέρνησης τους θεσμούς που είχε εγκαταστήσει η ΠΕΕΑ στην Ελεύθερη Ελλάδα. Συνεχίστηκε λοιπόν ως το τέλος η συγκρότηση θεσμών και μηχανισμών που θα μπορούσαν να εδραιώσουν και να κατοχυρώσουν την εαμική εμβέλεια. Αυτοί οι θεσμοί ήταν η αυτοδιοίκηση σε διάφορους βαθμούς μαζί με τη λαϊκή δικαιοσύνη, η Εθνική Πολιτοφυλακή στη θέση της Χωροφυλακής, ιδανικά ο εθνικός στρατός –ΕΛΑΣ στη θέση του παλιού στρατού– και οι κάθε είδους συλλογικές μορφές διεκδίκησης, επιτροπές, ανασύσταση συνδικάτων και κυρίως οι συνεταιρισμοί (παραγωγικοί, καταναλωτικοί, προμηθευτικοί) ως μια ειδική μορφή κατοχύρωσης του οικονομικού ρόλου της εγχώριας παραγωγής και της σύνδεσης πόλης και υπαίθρου.

Το ΕΑΜ λαμβάνοντας υπόψη τις ραγδαίες εξελίξεις που έφερνε το επικείμενο τέλος του πολέμου, προχώρησε μέχρι τέλους στην κατεύθυνση ης γραμμής της εθνικής ενότητας συμμετέχοντας στην κυβέρνηση Εθνικής Ενώσεως. Ο πρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου με τους προερχόμενους από την ΠΕΕΑ υπουργούς Αλ. Σβώλο και Άγγ. Αγγελόπουλο
Φαίνεται πως υπήρχε η εκτίμηση ότι αυτή η συσσώρευση και συγκρότηση δύναμης σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο θα οδηγούσε σε αλλαγή των προπολεμικών συσχετισμών δύναμης και θα ξεπερνούσε την αναμενόμενη αντίδραση του πολιτικού κόσμου. Στόχος ήταν μια ανατροπή του πολιτικού σκηνικού με την αφαίρεση της μοναρχίας από την πολιτική εξίσωση και τον εξαναγκασμό τόσο του πολιτικού κόσμου όσο και των Βρετανών, στους οποίους αναγνωριζόταν ιδιαίτερος ρόλος, να συμβιβαστούν με ένα νέο πολιτικό σκηνικό, στο οποίο θα κατοχυρωνόταν η πολιτική συμμαχία του ΕΑΜ. Στην κατεύθυνση αυτή οδηγούσε και η παρακολούθηση εξελίξεων όπως η κυβέρνηση Τίτο – Σούμπασιτς στη Γιουγκοσλαβία με παραμερισμό της μοναρχίας. Στους υπολογισμούς αυτούς υπήρξε υποτίμηση και των δυνατοτήτων και των προθέσεων της αντιεαμικής συμμαχίας αλλά κυρίως της απόφασης των Βρετανών να παλινορθώσουν το πρότερο καθεστώς, έστω και με μεγάλο κόστος. Γενικότερα, υπερτιμήθηκε η πλευρά της ενότητας των Μεγάλων Συμμάχων και των διακηρύξεών τους, εν καιρώ πολέμου βέβαια, και αντίστοιχα υποτιμήθηκαν οι αντιθέσεις που αναπόφευκτα θα προέκυπταν και οι ιδιαίτεροι στόχοι κάθε δύναμης.
Κλείνοντας, όσον αφορά το σκέλος των πολιτικών παραμέτρων, μένει ως ερώτημα το εύρος αντιστοίχισης των πολιτικών επιλογών με τα όρια που έθεταν οι οικονομικές πραγματικότητες και η εκτίμηση της κοινωνικής διαθεσιμότητας. Η πρωτοτυπία του ΕΑΜ, ως επιτυχημένη πολιτική και κοινωνική συμμαχία, συνδυάστηκε με τον επίσης καινοφανή σχηματισμό της Ελεύθερης Ελλάδας οδηγώντας στη δυνατότητα αλλά και στην αναγκαιότητα συγκρότησης μιας εξουσίας όπως η ΠΕΕΑ.
* Ο Γιάννης Σκαλιδάκης είναι διδάσκων στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης Πανεπιστημίου Κρήτης
** Αναδημοσιεύεται από το τεύχος #48 του HotDoc που κυκλοφόρησε στις 30 Σεπτεμβρίου 2018. Διατηρούνται οι ιδιότητες των προσώπων όπως είχαν την εποχή της δημοσίευσης
Ακολούθησε το Politics24
Οι σημαντικότερες πολιτικές ειδήσεις και αναλύσεις, χωρίς περιττό θόρυβο.