Φόρτωση Text-to-Speech…

Hταν αβρή εκδήλωση ιδεολογικής αλληλεγγύης, κατάφαση πολιτικής συγγένειας, στρατηγική κίνηση ή ακομμάτιστο επιστημονικό συνέδριο; O,τι κι αν ήταν, η εκδήλωση του Κύκλου Ιδεών για τις προϋποθέσεις αναθεώρησης του Συντάγματος ήταν ένα δώρο για το ΠΑΣΟΚ. Ο Ευάγγελος Βενιζέλος έδωσε στο κόμμα το πλαίσιο που δεν μπορούσε να δημιουργήσει μόνο του· την επιστημονική και πολιτική τεκμηρίωση του Oχι του. Το Oχι εν προκειμένω αφορά τη συνταγματική αναθεώρηση, αλλά επικοινωνιακά επεκτείνεται και σε κάθε άλλη πρωτοβουλία που θα μπορούσε να χαρίσει πόντους στο κεντρώο και μεταρρυθμιστικό προφίλ της Ν.Δ. Φάνηκε στα χαμόγελα του Ανδρουλάκη και των συντρόφων του στην πρώτη σειρά, κάθε φορά που ο Βενιζέλος και το κονκλάβιο των συνταγματολόγων προσέθεταν στο πολιτικοακαδημαϊκό μείγμα της συζήτησης κάποιο επιχείρημα που ίσως φανεί χρήσιμο στον αντιμητσοτακικό αγώνα. Το ΠΑΣΟΚ κρατούσε σημειώσεις και αποθήκευε πυρομαχικά για κάθε μελλοντική χρήση.
Αναντιστοιχία
Ενδέχεται όμως το ζήτημα της αναθεώρησης να πήρε μεγαλύτερες διαστάσεις από αυτές που του αντιστοιχούν με βάση το κοινωνικό ενδιαφέρον. Δεν χρειάζεται να βγει κανείς στους δρόμους για να ρωτήσει τον κόσμο τη γνώμη του για τις αλλαγές στο Σύνταγμα· είναι αυτονόητο ότι οι περισσότεροι εκεί έξω όχι απλώς δεν έχουν συγκεκριμένη άποψη, αλλά δεν γνωρίζουν καν ότι έχει ανακινηθεί η υπόθεση. Κατά κάποιον τρόπο, και η θέση αρκετών συνταγματολόγων προς τα εκεί συντείνει: το πρόβλημα της χώρας αυτή τη στιγμή δεν είναι συνταγματικής φύσης, λένε. Το Σύνταγμα βεβαίως μπορεί να αλλάξει, ίσως και να πρέπει, αλλά τα μείζονα προβλήματα στων οποίων τη θεραπεία τάχα αποβλέπει η πρωτοβουλία είναι προβλήματα πολιτικής βούλησης: δεν χρειαζόμαστε νέες συνταγματικές διατάξεις για να μη συγκαλύπτουμε υπουργικές ευθύνες ή για να διαχειριζόμαστε τις ευθύνες αυτές θεσμικά και με συνέπεια.
Το σύνδρομο του απουσιολόγου
Μπορεί επομένως να υποτεθεί ότι το δώρο ήταν ελαφρώς άδωρο. Ο ζήλος του ΠΑΣΟΚ να βρίσκεται στη σωστή πλευρά της «θεσμικότητας», ένας ζήλος τον οποίο η Ν.Δ. πυροδοτεί διαρκώς με τις παραθεσμικές ακροβασίες της, δίνει συχνά στην αξιωματική αντιπολίτευση όψη αντιδημοφιλούς απουσιολόγου: κάθεται το ΠΑΣΟΚ και υπολογίζει επιμελώς τις απουσίες από το μάθημα, ποιος φέρθηκε σωστά και ποιος όχι, ποιος παραβίασε τους κανόνες και ποιος τους τήρησε, και περιμένει επιβράβευση ενώ οι υπόλοιποι είναι στην αυλή και παίζουν. Οπως αποδείχθηκε και από την υπόθεση των υποκλοπών, το να φωνάζεις πως έχεις δίκιο δεν είναι πολιτικά αποδοτικό, ακόμη κι αν έχεις πράγματι δίκιο. Χρειάζεται κάτι παραπάνω: προτάσεις που υπερβαίνουν τις κακοδαιμονίες της παράταξης και των προσώπων της, ενέργειες που δεν στοχεύουν μονίμως στην αναρρίπιση νεοδημοκρατικών ατοπημάτων, μοντέρνες εμπνεύσεις αντί παλαιοπολιτικής συνθηματολογίας.
Τα εις εαυτόν
Από την πλευρά της Ν.Δ., η πρωτοβουλία για τη συνταγματική αναθεώρηση ήταν εν μέρει ένα στρατήγημα. Η αναθεωρητική Ν.Δ. είναι η Ν.Δ. του φιλελεύθερου Κέντρου, δηλαδή η εκδοχή της παράταξης η οποία επιστρατεύεται όταν προκύπτει η ανάγκη προσέγγισης των μετριοπαθών ψηφοφόρων που δεν συμπαθούν τη συντηρητική εκδοχή. Σε αυτό το πονηρό άνοιγμα της κυβέρνησης, πώς διάλεξε να απαντήσει το ΠΑΣΟΚ; Μετά το Οχι (στην αναθεώρηση) αποφάσισε να αρθρώσει ένα Ναι προς τους ανανήψαντες Πασόκους· αυτή ήταν η προτεραιότητα: οι άστεγοι του ΣΥΡΙΖΑ, όσοι έφυγαν από το ΠΑΣΟΚ στις πιο δύσκολες στιγμές του για να συμπράξουν με τους υβριστές του, καλούνται τώρα να επιστρέψουν στην «προοδευτική» μήτρα για να συμβάλουν στη «διεύρυνση» της παράταξης. Το ΠΑΣΟΚ επομένως δεν αντιλαμβάνεται το άνοιγμα κοινωνικά, αλλά στελεχικά. Αντί να γίνει ελκυστικό στους πολίτες, στρέφεται προς τα μέσα και αναρωτιέται: Πόσοι είμαστε, πόσοι μπορούμε να γίνουμε, πόσοι χωράμε τελικά; Οι ψηφοφόροι θα έρθουν μετά.
Κόμμα χωρίς αφήγημα
Μπορεί τα ποσοστά να μη δικαιολογούν την εγωκεντρική αμεριμνησία, τη δικαιολογεί όμως ο αναιμικός ανταγωνισμός.
Ποιον έχει να φοβηθεί το ΠΑΣΟΚ; Τον αποδεκατισμένο ΣΥΡΙΖΑ και την ανύπαρκτη Νέα Αριστερά; Τη μονοπρόσωπη και μονοθεματική Πλεύση Ελευθερίας της γραφικότητας και της λεκτικής βίας; Μήπως τα άδηλα κόμματα Τσίπρα και Καρυστιανού, που όλο κοντοζυγώνουν, αλλά ποτέ δεν φτάνουν; Από τη μία, λοιπόν, το ΠΑΣΟΚ βλέπει εκείνους από τους οποίους μάλλον δεν κινδυνεύει και, ως εκ τούτου, αδιαφορεί. Από την άλλη, βλέπει αυτόν που αναγνωρίζει ως μοναδικό του αντίπαλο και επειδή καταλαβαίνει πως δεν πρόκειται να τον ξεπεράσει άμεσα, επικεντρώνεται στις δουλειές του σπιτιού.
Η δεύτερη θέση τού ανήκει και είναι αρκετά βολική, άλλωστε. Οσο περισσότερο αναθεματίζει τον αντίπαλο, ενώ παράλληλα εγκύπτει στα του οίκου του, τόσο πιθανότερο είναι να βελτιώσει τη θέση του, σκέφτεται. Χωρίς τριβές, χωρίς θυσίες, χωρίς πολύ κόπο. Ο χρόνος θα μεγαλώσει το κόμμα. Πόσος χρόνος όμως πρέπει να περάσει; Γιατί δεν ακολουθεί ο κόσμος το ΠΑΣΟΚ; Γιατί οι κεντρώοι δεν εγκαταλείπουν τη Ν.Δ. και οι σκόρπιοι αριστεροί δεν αφήνουν εντελώς τα ρημαγμένα τους κόμματα για να βρουν σε αυτό παρηγοριά; Δεν φταίει ο πρόεδρος. Δεν φταίνε όσοι εποφθαλμιούν την προεδρία. Φταίει κυρίως ότι το ΠΑΣΟΚ δεν έχει μια ενδιαφέρουσα ιστορία να πει.