Του Κώστα Ράπτη
Τον οκταετή και φονικότατο πόλεμο με το Ιράκ (1980-1988) η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν τον αποκαλεί “Επιβληθέντα Πόλεμο”, με την έννοια ότι η τότε διεθνής κοινότητα ενθάρρυνε τον Σαντάμ Χουσεϊν να κινηθεί κατά των γειτόνων του ως απάντηση στην Ιρανική Επανάσταση που είχε μόλις επικρατήσει. Ο πόλεμος εκείνος, που συνέπεσε με σφοδρές εσωτερικές μετεπαναστατικές συγκρούσεις, συνετέλεσε στην σκλήρυνση του νεοπαγούς ισλαμικού καθεστώτος και σημάδεψε τη συνείδηση των Ιρανών μέχρι και σήμερα. Παρά δε την επιτυχή απόκρουση από ιρανικής πλευράς της αρχικής ιρακινής επίθεσης, παρατάθηκε πολύ πέραν του αναγκαίου λόγω της εμμονής του αγιατολλάχ Χομεϊνί να “απελευθερώσει” τους σιιτικούς ιερούς τόπους στο νότιο Ιράκ.
Τον πόλεμο, πάλι, που ξέσπασε το πρωΐ του Σαββάτου, με την επίθεση ΗΠΑ και Ισραήλ κατά του Ιράν, ο Ντόναλντ Τραμπ θα μπορούσε να τον αποκαλέσει “Αυτοεπιβληθέντα Πόλεμο”, με την έννοια ότι η προηγηθείσα συγκέντρωση αμερικανικών δυνάμεων στην περιοχή είχε δημιουργήσει μία συνθήκη στην οποία κάθε αποκλιμάκωση δεν θα αποτελούσε παρά πλήγμα στο γόητρο του ενοίκου του Λευκού Οίκου.
Ακόμη και το περίγραμμα συμφωνίας για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, το οποίο φαινόταν να έχει προκύψει από τις εντατικές διαπραγματεύσεις των προηγούμενων ημερών (και το οποίο ο έχων τη διαμεσολάβηση υπουργός Εξωτερικών του Ομάν φρόνισε να δημοσιοποιήσει καταλλήλως, ακριβώς για να καταδείξει ότι η σύγκρουση δεν ήταν αναπόφευκτη) δεν ήταν αρκετό, σε σύγκριση με την “αυτοεκπληρούμενη” επίδειξη δύναμης, στην οποία είχε προχωρήσει ο Τραμπ.
Άλλωστε, τόσο ο Αμερικανός πρόεδρος όσο και ο συμπολεμιστής του, Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπίμπι Νετανιάχου στα διαγγέλματά τους κατά την έναρξη των εχθροπραξιών τόνισαν σαφώς ότι στόχος τους είναι η “αλλαγή καθεστώτος” στην Τεχεράνη. Συνεπώς η συζήτηση για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα ή ό,τι άλλο υπήρξε προσχηματική.
Πρόκειται για το σχέδιο “Επτά χώρες σε πέντε χρόνια”, το οποίο, όπως αποκάλυψε ο άλλοτε στρατιωτικός διοικητής του ΝΑΤΟ, Ουέσλι Κλαρκ, ήθελε τις ΗΠΑ να σχεδιάζουν ήδη από την επαύριο των επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου την εξουδετέρωση (take out) του Ιράκ, της Συρίας, του Λιβάνου, της Λιβύης, της Σομαλίας, του Σουδάν και του Ιράν. Όπως βλέπουμε (καίτοι το χρονοδιάγραμμα δεν τηρήθηκε ακριβώς) το σχέδιο έχει πλέον εκπληρωθεί σε όλα του τα σκέλη, εκτός αυτού που αφορά το Ιράν. Η εξαίρεση δεν είναι τυχαία: Διαδοχικές αμερικανικές κυβερνήσεις την τελευταία εικοσαετία αντιστάθηκαν στις ποικιλότροπες παροτρύνσεις του Νετανιάχου για ανάληψη δράσης κατά της Ισλαμικής Δημοκρατίας, καθώς η δημογραφία, η γεωμορφολογία, η σχετική στρατιωτική ισχύς, οι πολιτικές αντοχές της και η διαμόρφωση συμμαχιών με μη κρατικούς δρώντες στην περιοχή καθιστούσαν το ρίσκο απαγορευτικό. Όμως στον Ντόναλντ Τραμπ το Ισραήλ βρήκε τον πρόεδρο των ονείρων του – το οποίο από μιαν άλλη άποψη σημαίνει ότι το “πρόγραμμα MAGA” είναι νεκρό και η εκλογική συμμαχία που διαμορφώθηκε πέριξ αυτού θα δοκιμασθεί.
Το ότι ο τωρινός πόλεμος κατά του Ιράν είναι “αυτοεπιβεβλημένος” δεν παύει να σημαίνει ότι πρόκειται για έναν “πόλεμο επιλογής”, ο οποίος δεν προκύπτει από την ανάγκη απόκρουσης μιας απειλής για τα εθνικά συμφέροντα των ΗΠΑ, αλλά από την επιθυμία διαμόρφωσης μιας Μέσης Ανατολής στην οποία το Ισραήλ θα έχει απόλυτη ελευθερία κινήσεων.
Το προηγηθέν κατά την τελευταία τριετία “κλάδεμα” του υπό ιρανική ηγεσία “άξονα της αντίστασης”, καθώς και η κλιμάκωση της οικονομικής ασφυξίας του Ιράν, δημιουργούν ένα “παράθυρο ευκαιρίας” για μια οριστική επίλυση λογαριασμών, όπως την οραματίζεται το Ισραήλ, το οποίο επισπεύδει έχοντας κατά νου και την πορεία σχετικής αποδυνάμωσης των ΗΠΑ στο μέλλον.
Αλλά ο “πόλεμος επιλογής” του Τραμπ δεν αποτελεί απλώς κατάλυση του διεθνούς δικαίου, όπως είναι προφανές. Το ξέσπασμά του συνοδεύθηκε από μία (προσφιλή στον Τραμπ, όπως έχει ήδη δείξει μεταξύ άλλων η δολοφονία του στρατηγού Σολεϊμανί, ενώ εκτελούσε ρόλο συνομιλητή, καθώς και ο περσινός “Πόλεμος των Δώδεκα Ημερών”) εργαλειοποίηση των διπλωματικών επαφών ως τεχνάσματος για την παραπλάνηση του αντιπάλου και της διεθνούς κοινής γνώμης. Το μεγάλο αυτό πλήγμα στην έννοια της διπλωματίας έχει επιπτώσεις που καταγράφονται πολύ πέρα από τη Μέση Ανατολή και δίνει μάθημα σε δυνάμεις όπως η Ρωσία και η Κίνα να μην προσβλέπουν σε καμία αυθεντική συμφωνία με τις ΗΠΑ.
Πόσω μάλλον, όταν “καθιερώνεται” και η στοχοποίηση ξένων ηγετών. Μέχρι την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές, ήταν ασαφές κατά πόσον όντως ισχύουν οι ανακοινώσεις του Νετανιάχου ότι έχει πέσει νεκρός ο αγιατολλάχ Χαμενεΐ (όπερ παρουσιάσθηκε ως “απελευθέρωση της Περσίας”, ήτοι με γλώσσα που παραπέμπει σε διάθεση διαμελισμού του Ιράν ως ευρύτερης ενότητας).
Αν ο Χαμενεΐ συναντήθηκε με το σιιτικό του “μαρτύριο” (πράγμα που θα προκαλέσει ρίγη συγκίνησης και διάθεσης αντεκδίκησης στους οπαδούς του και θα πυροδοτήσει την εμπλοκή της Χεζμπολλάχ του Λιβάνου και των Σιιτών του Ιράκ, που παρουσίαζαν αυτό το ενδεχόμενο ως κξατεξοχήν “κόκκινη γραμμή”), η συμβολική νίκη για ΗΠΑ και Ισραήλ θα είναι πολύ μεγάλη. Πιθανότατα ελπίζεται ότι θα αποτελέσει και την “οδό συντόμευσης” ενός πολέμου, ο οποίος αναζητά την στρατηγική του και δεν εντυπωσίασε κατά το πρώτο 24ωρο του με την ικανότητα των επιτιθέμενων να αποκρούσουν τα ιρανικά αντίμετρα σε εννέα χώρες της περιοχής.
Πάντως, ο “αποκεφαλισμός” του Χαμενεΐ δεν συνεπάγεται αυτόματη πτώση του καθεστώτος, όπως προειδοποιούσαν Αμερικανοί επιτελείς, σημειώνοντας το βάθος της οργάνωσης και των εφεδρειών του ισλαμιστικού πολιτεύματος. Ίσως μάλιστα να απεμπλέξει διαδικασίες αυτομετασχηματισμού της ίδιας της Ισλαμικής Δημοκρατίας σε κατεύθυνση περισσότερο εθνικιστική και στρατοκρατική.
Σε κάθε περίπτωση, όταν περιφρονείται το δίκαιο και η διπλωματία, αποφασίζει μόνο η ισχύς. Μένει να φανεί ποιος την διαθέτει πραγματικά.