Του Κώστα Ράπτη
Το χρονοδιάγραμμα αλλάζει διαρκώς. Ο στρατηγικός στόχος επίσης. Ομοίως και τα μέσα. Και ό,τι η δημοσιογραφική γλώσσα ήδη αποκαλεί “Τρίτο Πόλεμο του Κόλπου”, η Ουάσινγκτον αποφεύγει με κάθε τρόπο να το ονομάσει “πόλεμο”, για να παρακάμψει τη συνταγματική υποχρέωση έγκρισής του από το Κογκρέσο.
Μία εβδομάδα μετά την κοινή επίθεση ΗΠΑ και Ισραήλ εναντίον του Ιράν, οι προσδοκίες περί ενός blitzkieg, που θα παρέλυε την Ισλαμική Δημοκρατία, έχουν δώσει τη θέση τους σε έναν “πόλεμο φθοράς”, η διάρκεια του οποίου υπολογίζεται από υπεύθυνα αμερικανικά χείλη στις οκτώ εβδομάδες (αλλά από ανώνυμες πηγές που επικαλείται το Politico εκτιμάται ότι θα μπορούσε να παραταθεί μέχρι τον Σεπτέμβριο). Ο “αποκεφαλισμός” του ιρανικού καθεστώτος, μέσω της εξόντωσης του αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, δεν είχε τις άμεσες καταλυτικές επιπτώσεις που προσδοκούσαν οι Αμερικανοί και οι Ισραηλινοί σχεδιαστές (καθώς μάλιστα το Ιράν έχει αυτονομήσει τις περιφερειακές στρατιωτικές του διοικήσεις), με αποτέλεσμα να αναζητούνται αναπροσαρμογές. Εν τω μεταξύ, οι αραβικές μοναρχίες του Κόλπου πληρώνουν το τίμημα των ιρανικών αντιμέτρων και κοντά σε αυτές και η παγκόσμια οικονομία, λόγω του κλεισίματος των Στενών του Ορμούζ (αύριο ενδεχομένως και του Μπαμπ ελ-Μπαντέμπ, καθώς οι Χούθι της Υεμένης δηλώνουν ότι βρίσκονται “με το δάχτυλο στη σκανδάλη”).
Το ότι οι στρατιωτικές και πολιτικές υποδομές του Ιράν έχουν ήδη δεχθεί περισσότερα από χίλια καταστροφικά πλήγματα δεν είναι προς το παρόν αρκετό. Στους αγώνες αντοχής, η κρισιμότερη παράμετρος είναι ο χρόνος. Εάν οι εκτοξευτήρες πυραύλων της ιρανικής πλευράς συνεχίσουν να είναι ενεργοί (και μάλιστα να πλήττουν αμερικανικά ραντάρ), μέχρις ότου αρχίσουν να μειώνονται επικίνδυνα τα πολεμοφόδια των αντιαεροπορικών συστημάτων των αντιπάλων ή περάσουν οι διεθνείς αγορές σε σοβαρούς κλυδωνισμούς, τίποτε δεν μπορεί να θεωρείται προδικασμένο. Εξ ού και οι Ιρανοί επιλέγουν να μεταφέρουν το κόστος σε όσο περισσότερους περιφερειακούς συμμάχους των ΗΠΑ μπορούν, με την ελπίδα ότι από εκεί θα προκύψουν πιέσεις στην Ουάσινγκτον για κάποια συνδιαλλαγή.
Η επιδίωξη της “αλλαγής καθεστώτος” στην Τεχεράνη, όπως αυτή διατυπώθηκε από τους Ντόναλντ Τραμπ και Μπίμπι Νετανιάχου κατά την έναρξη των εχθροπραξιών (προτού το Πεντάγωνο μετριοπαθέστερα περιοριστεί στη φιλοδοξία καταστροφής του ιρανικού ναυτικού και του βαλλιστικού προγράμματος), “θολώνει”, προσκρούοντας στο δεδομένο ότι ποτέ ένας τέτοιος στόχος δεν επιτεύχθηκε αποκλειστικά με επιχειρήσεις από αέρος. Αλλά τα “άρβυλα επί του εδάφους” είναι ο παράγοντας που ο Τραμπ δεν είχε προκαταβολικώς εξασφαλίσει, διότι ευελπιστούσε να τον αποφύγει, ως πολιτικά απαγορευτικό στις ΗΠΑ. Εξ ου και οι δημόσιες εκκλήσεις του προς τους Κούρδους να κινηθούν, εξ ου και οι υποσχέσεις προς τα στελέχη των Ιρανών Φρουρών της Επανάστασης που θα αποσκιρτήσουν ότι θα αμνηστευθούν. Παράλληλα, πληθαίνουν τα αγνώστου πατρότητος drones (όπως αυτά που αρνείται η Τεχεράνη ότι απέστειλε προς το Ναχιτσεβάν του Αζερμπαϊτζάν) που κινδυνεύουν να σύρουν περισσότερους παίκτες της περιοχής στη διαμάχη.
Ο Λίβανος στις φλόγες
Την ίδια ώρα το Ισραήλ αναζωπυρώνει πλήρως τη σύγκρουσή του με την Χεζμπολάχ του Λιβάνου, καλώντας σε μαζική εκκένωση τους κατοίκους της νότιας Βηρυτού, αλλά και της παραμεθόριας περιοχής νοτίως του ποταμού Λιτάνι, την οποία φιλοδοξεί να μετατρέψει σε “νεκρή ζώνη” έτοιμη για προσάρτηση.
“Οι συνέπειες αυτής της μετακίνησης σε ανθρωπιστικό και πολιτικό επίπεδο μπορεί να είναι άνευ προηγουμένου”, τόνισε ο φιλοδυτικός πρωθυπουργός του Λιβάνου, Ναουάφ Σαλάμ, ενώπιον των μελών του διπλωματικού σώματος.
Για δε το ίδιο το Ιράν, ο αρχηγός του ισραηλινού γενικού επιτελείου, Εγιάλ Ζαμίρ, προανήγγειλε είσοδο σε “νέα φάση”, μετά την εδραίωση της αεροπορικής υπεροχής, με στόχο “τη διάλυση του καθεστώτος”.
Ο Ντόναλντ Τραμπ, πάλι, απαίτησε να εμπλακεί προσωπικά στην επιλογή του διαδόχου του δολοφονηθέντος Ανώτατου Ηγέτη του Ιράν, Αλί Χαμενεΐ, όπως υποστηρίζει ότι κατάφερε με την Ντέλσι Ροντρίγκες της Βενεζουέλας. Είχε προλάβει ενδιαμέσως να “αδειάσει” επί της ουσίας τον διεκδικητή του ιρανικού θρόνου, Ρεζά Παχλεβί, (όπως και την επικεφαλής της βενεζολάνικης αντιπολίτευσης, Μαρία Κορίνα Ματσάδο).
Από την πλευρά του ο επικεφαλής της ιρανικής διπλωματίας, Αμπάς Αραγτσί, υποστήριξε ότι η Τεχεράνη είναι αποφασισμένη να συνεχίσει αυτόν τον πόλεμο και τόνισε στο αμερικανικό τηλεοπτικό δίκτυο NBC News ότι δεν επιδιώκει ούτε κατάπαυση του πυρός ούτε διαπραγματεύσεις. Θα ήταν άλλωστε παράδοξο να επενδύσει ο οποιοσδήποτε στη διπλωματία, όταν την προπαραμονή της έναρξης του πολέμου είχε πραγματοποιηθεί σε θετικό κλίμα ο τελευταίος γύρος συνομιλιών ΗΠΑ – Ιράν, με τη μεσολάβηση του υπουργού Εξωτερικών του Ομάν, ο οποίος φρόντισε αμέσως να δημοσιοποιήσει το περίγραμμα της επιτευχθείσας συμφωνίας, μήπως και αποσοβήσει την ανάφλεξη. Μάλιστα η εξέταση των τελευταίων δεδομένων των συνομιλιών σε σύσκεψη της ιρανικής ηγεσίας, υπήρξε η ευκαιρία για να δολοφονηθεί ο Χαμενεΐ, η εξόντωση του οποίου, πάντως, είχε αποφασισθεί από τον Νοέμβριο, όπως μόλις αποκάλυψε ο ισραηλινός υπουργός Άμυνας, Ισραέλ Κατς.
Τα “logistics του φτωχού” στον πόλεμο του 21ου αιώνα
“Δεν βρισκόμαστε ακόμη παρά στην αρχή των μαχών”, είπε προχθές βράδυ ο Αμερικανός υπουργός Πολέμου, Πιτ Χέγκσεθ, διαβεβαιώνοντας πως οι δυνάμεις της Ουάσινγκτον έχουν στη διάθεσή τους επαρκείς ποσότητες πυρομαχικών, προκειμένου “να διεξαγάγουν αυτή την εκστρατεία για όσο χρειαστεί”.
Τα “logistics του φτωχού” αναδεικνύονται καθοριστική παράμετρος του τρόπου διεξαγωγής του πολέμου στον 21ο αιώνα, σχετικοποιώντας τα πλεονεκτήματα της ασυμμετρίας δυνάμεων. Λ.χ. τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ανακοίνωσαν ότι κατά τις δύο πρώτες ημέρες του πολέμου το Ιράν εκτόξευσε εναντίον της επικράτειάς του 165 βαλλιστικούς πυραύλους, δύο πυραύλους κρουζ και 541 μη επανδρωμένα αεροσκάφη. Το ποσοστό αναχαίτισης ξεπέρασε το 92%, όπερ εντυπωσιακό, πλην… ασύμφορο. Καταρχήν, το υπολειπόμενο 8% επαρκεί για να αναστατώσει πλήρως την οικονομική και κοινωνική ζωή των Εμιράτων και να πυροδοτήσει κύμα φυγής. Κατά δεύτερον, τα κόστη της άμυνας είναι πολλαπλάσια του κόστους της επίθεσης.
Οι συνολικές δαπάνες του Ιράν ανήλθαν εν προκειμένω σε 177 έως 360 εκατ. δολάρια, ενώ το κόστος για την πλευρά των Εμιρατιανών ανήλθε σε περίπου 1,2 έως 1,52 δισ. δολάρια. Με τα drones το πρόβλημα γίνεται οξύτερο. Τα ΗΑΕ εκτόξευσαν αναχαιτιστικά με μέσο κόστος 500.000-1,5 εκατομμύρια δολάρια ανά θανάτωση drone. Άρα το κόστος άμυνας ανήλθε από 253 έως 759 εκατομμύρια δολάρια.
Οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν παρόμοιο πρόβλημα: κάθε πυροβολαρχία Patriot που υπερασπίζεται μια στρατιωτική βάση στον Περσικό Κόλπο, κάθε ναυτικό αναχαιτιστικό που εκτοξεύεται από ένα αντιτορπιλικό εκτελεί την ίδια εξίσωση, δηλαδή δαπανά εκατομμύρια για να σταματήσει όπλα αξίας λίγων χιλιάδων. Και ο ρυθμός παραγωγής νέων αναχαιτιστικών δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες παρατεταμένου πολέμου.