«Εκφράζω τα συλλυπητήριά μου στις οικογένειες και στους οικείους των αδικοχαμένων εργατριών. Χάθηκαν στον αγώνα για επιβίωση και χάθηκαν με συγκεκριμένες ευθύνες, που αφορούν τον τρόπο που λειτουργεί η ελληνική οικονομία, οι ελληνικές επιχειρήσεις, το ελληνικό κεφάλαιο, ασύδοτα, χωρίς κανέναν έλεγχο, με μοναδικό γνώμονα την αύξηση της κερδοφορίας του. Και μπροστά στην αύξηση της κερδοφορίας δεν έχουν σημασία ούτε μισθοί, ούτε ωράρια, ούτε συνθήκες υγείας και ασφάλειας, ούτε προστασία των εργαζομένων από εργατικά ατυχήματα» ανέφερε ο Δ. Τζανακόπουλος σε ραδιοφωνική του συνέντευξη.
Επ΄αυτού συμπλήρωσε: «Η πλήρης αποδιάρθρωση της εργατικής νομοθεσίας στη χώρα έχει το όνομα και το επώνυμο του Κυριάκου Μητσοτάκη. Από το 2019 έχει εξαπολύσει μια αδιανόητη επίθεση στα εργατικά δικαιώματα και στην εργατική προστατευτική νομοθεσία. Έχει ξεχειλώσει ωράρια, συλλογικές διαπραγματεύσεις, έχει διαλύσει το ΣΕΠΕ, έχει αποδυναμώσει κάθε ελεγκτικό μηχανισμό.
Αγνοεί πλήρως την ανάγκη τήρησης έστω του εναπομείναντος κανονιστικού πλαισίου για τις συνθήκες υγείας και ασφάλειας στην εργασία. Μόνο το 2025 είχαμε 201 νεκρούς εργάτες από εργατικά ατυχήματα και 335 οι οποίοι είναι βαριά τραυματισμένοι και ενδεχομένως δεν θα μπορέσουν να ξαναδουλέψουν ποτέ στη ζωή τους.
Όχι από ατυχία, αλλά από πρόθεση του ελληνικού επιχειρείν και της ελληνικής κυβέρνησης».
Αναφορικά με την τροπολογία Φλωρίδη για την υπόθεση της κυρίας Κεφαλογιάννη, επεσήμανε ότι «ο νόμος Τσιάρα είναι ένας άθλιος νόμος, ο οποίος πέρασε για να εξυπηρετηθεί ένα λόμπι υπεράσπισης της πιο σκληρής πατριαρχίας, ικανοποιούσε τα ακραία δεξιά ακροατήρια της Νέας Δημοκρατίας και συγκεκριμένους ανθρώπους που έχουν χρήμα και εξουσία. Δεύτερον, ο νόμος αυτός έχει δημιουργήσει προβλήματα σε χιλιάδες ελληνικές οικογένειες και στη ζωή των παιδιών. Τρίτο σημείο ο τρόπος με τον οποίο επέλεξε ο κύριος Φλωρίδης να αλλάξει το νόμο, για να εξυπηρετήσει ενδεχομένως την προσωπική επιδίωξη της κυρίας Κεφαλογιάννη αναδεικνύει ένα ευρύτερο ζήτημα: τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται η ελληνική κυβέρνηση και η Νέα Δημοκρατία το κράτος, τη νομοθεσία, τη νομοθετική εξουσία και αναδεικνύει το γεγονός ότι αξιοποιούν την εξουσία που έχουν για να ικανοποιούν και προσωπικά συμφέροντά τους. Αυτό είναι καθεστωτικό. Αυτό δείχνει μια κοινοβουλευτική δημοκρατία η οποία πάσχει βαριά. Δείχνει μια δημοκρατία η οποία πλέον μετασχηματίζεται ταχύτατα σε αυταρχική δημοκρατία, σε δημοκρατία απλώς εκλογική, χωρίς θεσμικά αντίβαρα.
Κληθείς να σχολιάσει μια πιθανή σύγκλιση δυνάμεων δήλωσε ο Δ. Τζανακόπουλος: «Αυτή τη στιγμή μια μετωπική συμμαχία δυνάμεων από την Αριστερά, από την πολιτική οικολογία, από τη σοσιαλδημοκρατία, θα μπορούσε να δημιουργήσει όρους για να αντιπαρατεθούμε ευθέως και με αξιώσεις νίκης με τη Νέα Δημοκρατία. Αλλά αυτό δεν γίνεται διότι επικρατούν προσωπικές στρατηγικές, λογικές αυτοδικαίωσης. Δυστυχώς σήμερα η πλειοψηφία του πολιτικού προσωπικού δείχνει να μην κατανοεί το επείγον του πράγματος και φαίνεται στους πολίτες ότι μόνη μέριμνα είναι ‘’να ρίξει το φταίξιμο στον άλλον’’. Όχι η μέριμνα να κερδίσουμε την Νέα Δημοκρατία, να υπάρξει πολιτική αλλαγή».
Και συμπλήρωσε: «Λόγοι ή προσχήματα για να μην προχωρήσει μια τέτοια απαραίτητη πολιτική συμμαχία μπορούν να βρίσκονται. Λόγους για να μην συμφωνήσουμε μπορώ να βρω χιλιάδες, αλλά υπάρχει ένας λόγος για να συμφωνήσουμε. Ο λόγος αυτός είναι οι ανάγκες της πλειοψηφίας των πολιτών που δεν τα βγάζουν πέρα».
Κλείνοντας τη συνέντευξη αναφέρθηκε στην επόμενη μέρα του συνεδρίου της Νέας Αριστεράς ξεκαθαρίζοντας: «Όλοι στη Νέα Αριστερά θέλουμε την πτώση της κυβέρνησης Μητσοτάκη και την αλλαγή των πολιτικών συσχετισμών για την εφαρμογή ενός ριζοσπαστικού προγράμματος. Αυτός είναι ο στρατηγικός στόχος. Άρα δεν είναι στρατηγική η διαφωνία μας στη Νέα Αριστερά. Ωστόσο, δεν βλέπουν όλοι με τον ίδιο τρόπο το ζήτημα των συμμαχιών. Συμφωνούμε όμως όλοι στην αριστερά ότι η πολιτική συμμαχιών δεν σημαίνει ούτε την απορρόφηση της Νέας Αριστεράς σε κάποιο άλλο κόμμα, ούτε βεβαίως την ρευστοποίηση της. Η Νέα Αριστερά μέσα σε ένα τέτοιο μέτωπο θα έχει τη δική της αυτόνομη παρουσία. Από κει και πέρα, το αν θα προχωρήσει ή δεν θα προχωρήσει δεν εξαρτάται μόνο από τη νέα Αριστερά. Εξαρτάται και από τον τρόπο με τον οποίο θα τοποθετηθούν οι υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις. Η πολιτική συμμαχία όμως είναι ανάγκη λαϊκή και ταξική, δεν είναι ανάγκη διάσωσης του υπάρχοντος πολιτικού προσωπικού».