Η στρατηγική που περιέγραψε με την ομιλία του ο Ν. Ανδρουλάκης στο συνέδριο του ΠΑΣΟΚ είναι χαρακτηριστική ως προς το τεράστιο ιδεολογικό και πολιτικό αδιέξοδο που αντιμετωπίζει. Όχι μόνον ο ίδιος και το κόμμα του, αλλά όλη η αντιπολίτευση.
Σχολιάζουν οι αναλυτές ότι η απόρριψη οποιασδήποτε συμμαχίας με την ΝΔ από τον αρχηγό του ΠΑΣΟΚ είναι η πρώτη προϋπόθεση για να αυτοσυστηθεί η παράταξη του ως εναλλακτικός πόλος διακυβέρνησης. Δίχως αυτού του τύπου την πόλωση, είναι αδύνατο να ξεκολλήσει από τα σημερινά του ποσοστά, λένε. Εξάλλου αν είναι να συνεργαστεί με την ΝΔ, συνεχίζουν,, γιατί ο κόσμος να μην ψηφίσει εκείνην και να επιλέξει τον μικρό εταίρο ενός κυβερνητικού συνασπισμού;
Όλα αυτά θα ίσχυαν εάν είχαμε ακόμα μεταπολίτευση. Και αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα και του ΠΑΣΟΚ αλλά και ολόκληρης της αντιπολίτευσης. Ότι ζει σε ένα πολιτικό χθες την ώρα που γύρω μας συμβαίνει ορυμαγδός. Διόλου απίθανο που η ανάλυση αυτού του ορυμαγδού και η τοποθέτηση απέναντι του γίνεται από το ΠΑΣΟΚ παρεμπιπτόντως, σαν να επρόκειτο για ένα από τα πολλά ζητήματα. Υπό κανονικές συνθήκες θα έπρεπε να είναι το κεντρικό ζήτημα του συνεδρίου.
Ισχύει επομένως μια άλλη ανάγνωση ως προς την κατηγορηματική και εκ των προτέρων άρνηση οποιασδήποτε κυβερνητικής σύμπραξης με την ΝΔ. Είναι σαν να λέει το ΠΑΣΟΚ ότι στην επόμενη εθνική κρίση “θα παραμείνω κομπάρσος”. Γιατί στον σημερινό ορυμαγδό του ταυτόχρονου πολέμου σε ευρωπαϊκό έδαφος και την Μέση Ανατολή η ακυβερνησία μόνο σε εθνική κρίση οδηγεί.
Όταν δεν έχεις σαν κεντροαριστερά καθαρή ιδεολογική πυξίδα και στρατηγική, αναλώνεσαι σε μικροπολιτικές μανούβρες. Γιατί αν ήξερες τι θέλεις, και πώς να το υλοποιήσεις η σύμπραξη σε μιας μορφής συνεργασίας για την υπέρβαση της εθνικής κρίσης γίνεται απλά ένα ενδεχόμενο που εξετάζεται αναλόγως του περιεχομένου της προγραμματικής συμφωνίας. Και βέβαια εφ’ όσον ο μικρός εταίρος έχει συμπαγέστερο πρόγραμμα και ικανότερα στελέχη, μια χαρά μπορεί να σύρει τον μεγαλύτερο εκεί που θέλει μέσα στον στίβο της διακυβέρνησης.
Στην εποχή μας εξ άλλου, η πολιτική διαπάλη διεξάγεται μέσα από τις διαφορετικές εκδοχές μίας εθνικής πολιτικής. Και όχι με την σύγκρουση δύο πολιτικών που συστήνονται σαν να αντιπροσωπεύουν δύο διαφορετικούς ιδεολογικούς και κοινωνικούς κόσμους όπως είχαμε συνηθίσει τις τελευταίες δεκαετίες.
Αυτό συμβαίνει όχι γιατί υφίσταται κάποιος ιδεολογικός και πολιτικός μονόδρομος όπως συνέβη με την παγκοσμιοποίηση και τις κεντροδεξιές και κεντροαριστερές παραλλαγές της πολιτικής της.
Αλλά διότι στην ελληνική κοινωνία σήμερα ένα είναι το μέτωπο των κοινωνικών δυνάμεων που μπορεί να δώσει λειτουργική διακυβέρνηση. Βρίσκεται σήμερα στο πολιτικό κέντρο, μπορεί να έχει αριστερή ή δεξιά προέλευση, όμως έχει πραγματοποιήσει μια υπέρβαση γύρω από συγκεκριμένα αιτήματα: υπέρβαση του αναχρονιστικού κράτους, στρατηγική και διπλωματική ισχυροποίηση, ενεργειακή θωράκιση της χώρας, αναβάθμιση της παραγωγικής της ικανότητας, δημογραφικό κ.ο.κ.
Η ατζέντα επιβάλλεται, λοιπόν, από αυτήν την κεντρική συμμαχία. Και αξίζει να πούμε εδώ ότι “το κεφάλαιο” με την έννοια των οικονομικών και επιχειρηματικών ελίτ δεν είναι ο καταλύτης αυτής της κοινωνικής συμμαχίας. Διότι σε πολλά της αιτήματα αυτή προσκρούει στα συμφέροντα των ολιγαρχών. Με την δε κυβέρνηση έχει μάλλον μια σχέση συναλλακτική. Την στηρίζει στο μετρό που ανταποκρίνεται στα αιτήματα αυτά, άλλοτε μεταβάλλεται σε κοινωνική αντιπολίτευση που ασκεί πίεση, ωστόσο, την επιλέγει γιατί η αντιπολίτευση ζει στον δικό της κόσμο.
Αυτός είναι ένας κουτσός μονοπολισμός και αντανακλά μια πολύ ιδιότυπη κοινωνική συνθήκη. Υπάρχουν οι ελίτ που όπως σε ολόκληρη την Δύση τείνουν να προσλάβουν ολιγαρχικά χαρακτηριστικά ενός κλειστού αυτοαναπαραγώμενου κυκλώματος. Και από εκεί και πέρα υπάρχουν νησίδες συγκροτημένων και συμπαγών κοινωνικών δυνάμεων σε ένα αρχιπέλαγος ρευστοποίησης, ανασφάλειας.
Μια χοάνη περιδίνησης, στην οποία μερίδες της κοινωνίας εγκλωβίζονται καθώς μεγαλώνει η επίδραση της πολυκρίσης και των νέων κοινωνικών ανισοτήτων. Που είναι ταυτοχρόνως και ανισότητες μορφωτικές, ‘πρόσληψης της πραγματικότητας’ και εν τέλει ανισότητες ‘επίγνωσης της κατάστασης’. Γι αυτό ακριβώς ορισμένες φορές η κυβέρνηση δίνει την εντύπωση ότι περικλείεται και πολιορκείται από ένα αρχιπέλαγος αντιπολιτικής συνωμοσιολογίας, η οποία μάλιστα μπορεί και χειραγωγείται από ξένες δυνάμεις. Που της επιτρέπει να θέτει σε κίνηση το δίλημμα “εμείς ή το επικίνδυνο εθνικά χάος της τυφλής αγανάκτησης”.
Ένας μονοκύτταρος οργανισμός, ωστόσο, είναι εξαιρετικά ευεπίφορος στην αστάθεια και την κατάρρευση. Στις δοσμένες συνθήκες οι διαψεύσεις, οι απογοητεύσεις που προκαλεί η κυβερνητική πολιτική δεν θρέφουν την αντιπολίτευση, αλλά την ακυβερνησία. Ακόμα χειρότερα. Οι παραλείψεις της και οι αποτυχίες της σε μια εποχή μετάβασης σαν και την σημερινή, διευρύνουν τις μαύρες τρύπες μέσα στην κοινωνία. Ο πρωτογενής τομέας, επί παραδείγματι, ή θα εκσυγχρονιστεί επί το βιωσιμότερο, ή θα προκαλέσει την λουμπενοποίηση μεγάλης μερίδας του κόσμου που απασχολείται σε αυτόν. Σκάνδαλα όπως του ΟΠΕΚΕΠΕ αποδεικνύουν ότι λεφτά υπάρχουν, αλλά αντί να γίνουν μεταρρυθμίσεις πάνε στον κουβά των πελατειακών σχέσεων. Το αποτέλεσμα δεν είναι απλά ότι χάνονται ακροατήρια για την κυβέρνηση, αλλά ότι εξουδετερώνονται κοινωνικά υποκείμενα από το πεδίο μιας δημοκρατίας τραυματισμένης.
Εδώ βρισκόμαστε· εντούτοις, από αυτά που ειπώθηκαν στο συνέδριο του ΠΑΣΟΚ και αναμεταδόθηκαν στα ΜΜΕ, δεν είναι σίγουρο ότι το έχουν καταλάβει.
Οι πιο ενδιαφέρουσες ειδήσεις και απόψεις καθημερινά στο e-mail σας.