13 C
Athens
Tuesday, February 17, 2026

Τράπεζες, θεσμοί και πολιτική αγυρτεία

Must read

Η πρόσφατη σύγκρουση ανάμεσα στον Αλέξη Τσίπρα και τον Γιάννη Στουρνάρα επαναφέρει στο προσκήνιο μια σκοτεινή και επώδυνη περίοδο που συνεχίζει να υπονομεύει την ελληνική πολιτική ζωή. Το 2015 παραμένει ανοιχτός λογαριασμός, ανοιχτή πληγή του δημόσιου βίου. Κάθε παρέμβαση των θυτών γύρω από εκείνα τα χρόνια λειτουργεί ως πράξη πολιτικής αποσταθεροποίησης.

Οι  πρόσφατες δηλώσεις του Αλέξη Τσίπρα εντάσσονται σε μια συνειδητή προσπάθεια αναδιαμόρφωσης της ιστορικής μνήμης της διακυβέρνησής του. Αυτό που προσπάθησε, εκ νέου, ανεπιτυχώς να προκαλέσει με το παιδαριώδες βιβλίο του. Αλίμονο πόση ακαδημαϊκή «σοφία» ξοδεύτηκε εις μάτην  για να μην πειστεί κανένας Έλληνας ότι ο Τσίπρας έγραψε το βιβλίο. Θα ήταν απλώς ποταπό αν δεν ήταν τελικά εθνικά επικίνδυνο.  

Η στρατηγική αυτή επιδιώκει να μετατοπίσει το κέντρο βάρους από την οικονομική αβεβαιότητα και την τραπεζική ασφυξία της περιόδου προς μια αφήγηση δήθεν σύγκρουσης με ισχυρά κέντρα. Η δραματική εικόνα του 2015 επιχειρείται να αντικατασταθεί από μια εκδοχή όπου η διαπραγμάτευση παρουσιάζεται ως πολιτική αναμέτρηση με «κατεστημένα συμφέροντα» και όχι ως ρίσκο που άγγιξε τα όρια της συστημικής αποσταθεροποίησης και μιας νέας εθνικής τραγωδίας.

Η μάχη αυτή αφορά την ερμηνεία. Όποιος κατοχυρώσει την ερμηνεία της κρίσης κατοχυρώνει και το ηθικό πλεονέκτημα για το μέλλον. Η περίοδος των capital control, της αβεβαιότητας για τη θέση της χώρας στο ευρώ και της δραματικής διαπραγμάτευσης με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς λειτουργεί ως συμβολικό σημείο καμπής. Η επαναπλαισίωση αυτής της στιγμής αποτελεί προϋπόθεση για κάθε πολιτική επιστροφή στο προσκήνιο.

Από την άλλη πλευρά, η στάση του Γιάννη Στουρνάρα εκφράζει μια διαφορετική θεσμική λογική. Ως διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος υπερασπίζεται την εικόνα μιας χώρας που βρέθηκε σε πραγματικό τραπεζικό χάος. Η επιμονή του στη σοβαρότητα της κατάστασης του 2015 συνιστά πριν απ’ όλα υπεράσπιση της θεσμικής ανεξαρτησίας της κεντρικής τράπεζας. Η ΤτΕ λειτουργεί εντός του ευρωπαϊκού συστήματος κεντρικών τραπεζών και η αξιοπιστία της εξαρτάται από την αντίληψη ουδετερότητας και τεχνοκρατικής συνέπειας.

Η δημόσια σύγκρουση αποκτά έτσι βαθύτερο νόημα. Πρόκειται για αντιπαράθεση ανάμεσα σε μια πολιτική αφήγηση που διεκδικεί προκλητικά ιστορική δικαίωση μιας καταστροφής και σε μια θεσμική προσέγγιση που επιμένει στην καταγραφή κινδύνων και αριθμών. Η οικονομική κρίση μετατρέπεται εκ νέου σε πεδίο ιδεολογικής αναμέτρησης.

Η σημασία της σύγκρουσης υπερβαίνει τα πρόσωπα. Αγγίζει τον τρόπο με τον οποίο η Ελλάδα επεξεργάζεται το πρόσφατο παρελθόν της. Το 2015 λειτουργεί ως δοκιμασία συλλογικής μνήμης. Η κοινωνία καλείται να επιλέξει ανάμεσα σε διαφορετικές αναγνώσεις της ίδιας εμπειρίας. Η συζήτηση για εκείνη την περίοδο καθορίζει το επίπεδο εμπιστοσύνης στους θεσμούς, το μέτρο της πολιτικής ευθύνης και τη σχέση πολιτικής και οικονομίας.

Η ποιότητα του δημόσιου διαλόγου αποτελεί επίσης διακύβευμα. Όταν η οικονομική αποτίμηση μετατρέπεται σε ηθική αντιπαράθεση, ο χώρος της ψύχραιμης αξιολόγησης συρρικνώνεται. Η χώρα έχει ανάγκη από νηφάλια αποτίμηση της κρίσης, από καθαρή ανάγνωση των επιλογών και των συνεπειών τους, από αναγνώριση λαθών και επιτευγμάτων χωρίς κραυγές. Ωστόσο το Κοινοβούλιο, τα ΜΜΕ, ο κοινωνικός διάλογος  δεν εκπληρώνουν ούτε κατά διάνοια αυτή την προϋπόθεση.

Η Ελλάδα του 2026 κουβαλά ακόμη το αποτύπωμα εκείνης της πενταετίας. Οι θεσμοί δοκιμάστηκαν, η οικονομία συρρικνώθηκε, η κοινωνία πολώθηκε. Η παρέμβαση  Τσίπρα εναντίον του Στουρνάρα αποκαλύπτει ότι το παρελθόν παραμένει πολιτικό κεφάλαιο. Ότι οι σκευωροί με τις γκανγκστερικές τους μεθόδους αποθρασύνονται – εξάλλου αυτό αποτελεί το ηθικό τους πλεονέκτημα. Η διεκδίκηση της ιστορίας αποτελεί πράξη ισχύος.

Η ουσιαστική πρόκληση, ωστόσο, για την Ελλάδα προφανώς δεν είναι η επικράτηση μιας αφήγησης επί της άλλης. Αφορά τη δυνατότητα της χώρας να ενσωματώσει την εμπειρία της κρίσης ως γνώση και όχι ως σύγκρουση.  Ευσεβείς πόθοι στους οποίους οφείλουμε να επιμείνουμε. Η επόμενη φάση του δημόσιου διαλόγου κρίνεται από την ικανότητα σύνθεσης και αυτογνωσίας. Μόνο έτσι η μνήμη του 2015 θα πάψει να λειτουργεί ως μόνιμο πεδίο μάχης και θα μετατραπεί σε θεμέλιο ώριμης πολιτικής σκέψης. Απ’ ό,τι φαίνεται έχουμε να διανύσουμε μεγάλες αποστάσεις ακόμα.

Σε αυτό το σημείο, η ευθύνη βαραίνει πρωτίστως τον Αλέξη Τσίπρα ως θεμελιωτή αυτής της πολίτικης αγυρτείας. Η δημόσια παρουσία του τα τελευταία χρόνια αποπνέει επίμονη άρνηση ουσιαστικής αυτοκριτικής, όσο ακριβώς και επένδυση στην τοξικότητα. Η περίοδος 2015–2019 παρουσιάζεται ως μια διαδικασία δικαίωσης, την ώρα που το κόστος εκείνης της διακυβέρνησης παραμένει εγγεγραμμένο στην οικονομία και στη θεσμική εμπιστοσύνη της χώρας.

Η επιλογή της συγκρουσιακής ρητορικής, την οποία δυστυχώς για τη χώρα το πολιτικό σύστημα χρησιμοποιεί για να καλύψει την πρωτοφανή στα χρονικά ανεπάρκειά του, απέναντι σε θεσμούς και πρόσωπα συντηρεί ένα κλίμα καχυποψίας και υπονομεύει την δημοκρατία. Όταν η πολιτική επιχειρηματολογία μετατρέπεται σε ευθεία απαξίωση θεσμικών ρόλων, ο δημόσιος λόγος υποχωρεί και η συλλογική μνήμη αδρανεί. 

Η χώρα χρειάζεται καθαρότητα και ευθύτητα. Η ανακύκλωση της πόλωσης ως μέσο πολιτικής επιβίωσης βαθαίνει το ρήγμα και εγκλωβίζει τη συζήτηση στο χθες.

More articles

Latest articles