Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ποινικοί Κώδικες 2019: η αντιπαράθεση επιστρέφει, αλλά η ψήφος δεν ήταν υπόθεση ενός κόμματος

Η αναζωπύρωση της αντιπαράθεσης για τους Ποινικούς Κώδικες του 2019 επαναφέρει στο προσκήνιο τόσο τη διαδικασία κατάρτισής τους όσο και τη στάση των κομμάτων στην ψηφοφορία.

Δικαστικό σφυρί πάνω σε ανοιχτό βιβλίο, με ζυγαριά στο φόντο.
Σφυρί δικαστή και ζυγαριά, σύμβολα της Δικαιοσύνης.
Ρεπορταζ / Αναλυση03′

Η πολιτική αντιπαράθεση για τους Ποινικούς Κώδικες του 2019 επανέρχεται, με την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας να επαναφέρει το ζήτημα και την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ να απαντά, σύμφωνα με δημοσίευμα της «Εφημερίδας των Συντακτών», τόσο για τη διαδικασία σύνταξης όσο και για τις ψήφους στη Βουλή. Η αναδρομή έχει σημασία: η δημόσια συζήτηση συχνά συμπυκνώνει μια σύνθετη νομοθετική διαδικασία σε κομματική αντιπαράθεση, ενώ η καταγραφή των κοινοβουλευτικών θέσεων δείχνει ευρύτερη συμμετοχή και διαφορετικές τοποθετήσεις.

Μια διαδικασία που, σύμφωνα με την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ, είχε ξεκινήσει χρόνια πριν

Στο δημοσίευμα της 6ης Νοεμβρίου 2026, πηγές της Συμπαράταξης υποστηρίζουν ότι οι κώδικες δεν συντάχθηκαν μέσα σε μία νύχτα. Αναφέρουν ότι είχαν προηγηθεί νομοπαρασκευαστικές επιτροπές το 2006, το 2010 και το 2015, ενώ η επιτροπή του 2015 αξιοποίησε προηγούμενη εργασία και συγκροτήθηκε, κατά τους ίδιους, με επιλογή επιστημονικών φορέων. Πρόκειται για την εκδοχή που παρουσιάζουν οι συγκεκριμένες πηγές· το δημοσίευμα δεν συνιστά από μόνο του ανεξάρτητη αξιολόγηση της διαδικασίας.

Κατά την ίδια περιγραφή, τον Αύγουστο του 2018 ανακοινώθηκε δημόσια διαβούλευση με συμμετοχή φορέων όπως νομικές σχολές, ενώσεις δικαστών και δικηγορικοί σύλλογοι, καθώς και πολιτικών κομμάτων. Το στοιχείο αυτό ενισχύει την εικόνα μιας προεργασίας με θεσμική και επιστημονική συμμετοχή. Δεν απαντά, ωστόσο, από μόνο του σε κάθε επιμέρους κριτική για τις διατάξεις ή στον τρόπο με τον οποίο ολοκληρώθηκε η κοινοβουλευτική διαδικασία.

Η κοινοβουλευτική εικόνα ήταν ευρύτερη από το κυβερνητικό στρατόπεδο

Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, οι κώδικες ψηφίστηκαν από τον ΣΥΡΙΖΑ, βουλευτές που είχαν προσχωρήσει στην τότε κυβερνητική πλειοψηφία από τους ΑΝ.ΕΛΛ. και το Ποτάμι. Το δημοσίευμα αναφέρει θετικές ψήφους από την Αντιγόνη Λυμπεράκη και τον Βασίλειο Μαρκή, ενώ παραθέτει και τη θέση του Γιώργου Μαυρωτά ότι το νομοσχέδιο δεν ήταν απλώς «νομοσχέδιο ΣΥΡΙΖΑ», αλλά προϊόν επιτροπής με συμμετοχή νομικών και δικαστικών λειτουργών.

Στον αντίποδα, κατά την ίδια καταγραφή, η Νέα Δημοκρατία, το Κίνημα Αλλαγής, το ΚΚΕ και η Χρυσή Αυγή απείχαν. Η παρουσία θετικών ψήφων από βουλευτές εκτός του ΣΥΡΙΖΑ δεν ακυρώνει την πολιτική ευθύνη της κυβέρνησης που προώθησε και ψήφισε τους κώδικες. Αποδυναμώνει, όμως, μια αφήγηση που παρουσιάζει την ψήφιση ως αποκλειστικά μονοκομματική υπόθεση. Αντίστοιχα, η αποχή κομμάτων δεν πρέπει να συγχέεται με ψήφο υπέρ ή κατά.

Οι αιτιάσεις και το όριο της πολιτικής αντιπαράθεσης

Το δημοσίευμα αναφέρει ότι οι πηγές της Συμπαράταξης απορρίπτουν τις καταγγελίες του πρώην υπουργού Σταύρου Κοντονή και υποστηρίζουν ότι αυτές αρχειοθετήθηκαν από τη Δικαιοσύνη. Η θέση αυτή αποδίδεται στους συνομιλητές της εφημερίδας και δεν πρέπει να μετατρέπεται σε γενικό συμπέρασμα για κάθε κριτική που έχει διατυπωθεί γύρω από τους κώδικες. Οι πολιτικές αιτιάσεις, η δικαστική αξιολόγηση συγκεκριμένων καταγγελιών και η αποτίμηση του περιεχομένου ενός νόμου είναι διαφορετικά ζητήματα.

Στο ίδιο πλαίσιο, το ρεπορτάζ υπενθυμίζει ότι ο Ευάγγελος Βενιζέλος είχε ταχθεί υπέρ της αναμόρφωσης τόσο του Ποινικού Κώδικα όσο και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και είχε ζητήσει την άμεση εφαρμογή τους. Η αναφορά φωτίζει ότι η συζήτηση για την ανάγκη αλλαγών δεν ταυτιζόταν αποκλειστικά με την κυβερνητική γραμμή του ΣΥΡΙΖΑ. Δεν υποκαθιστά, πάντως, την εξέταση των συγκεκριμένων διατάξεων και των συνεπειών τους.

Τι μένει να ελεγχθεί

Η αναζωπύρωση της διαμάχης αναδεικνύει μια γνώριμη αδυναμία του πολιτικού διαλόγου: οι αναφορές σε πρόσωπα, ψήφους και διαδικασίες κινδυνεύουν να λειτουργήσουν ως υποκατάστατο της ουσιαστικής συζήτησης για το περιεχόμενο του ποινικού δικαίου. Η κοινοβουλευτική καταγραφή είναι κρίσιμη για να αποδοθούν σωστά οι ευθύνες, αλλά δεν αρκεί ως αξιολόγηση της νομοθεσίας.

Για μια τεκμηριωμένη αποτίμηση χρειάζονται οι ακριβείς διατάξεις, οι σχετικές ψηφοφορίες και οι μεταγενέστερες νομοθετικές αλλαγές, μαζί με σαφή διάκριση ανάμεσα σε πολιτικούς ισχυρισμούς και δικαστικά ευρήματα. Το δημοσίευμα επαναφέρει χρήσιμα στοιχεία για την προετοιμασία και τη στάση των κομμάτων· η πολιτική αντιπαράθεση, όμως, δεν μπορεί να υποκαταστήσει αυτή την αναλυτική εργασία.

Μεινε στην ουσια

Ακολούθησε το Politics24

Οι σημαντικότερες πολιτικές ειδήσεις και αναλύσεις, χωρίς περιττό θόρυβο.