8.1 C
Athens
Saturday, February 28, 2026

Η εξέγερση κατά των κανόνων της ΕΕ

Must read

Διάβασα προσεκτικά το βιβλίο του πρώην πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα Ιθάκη, για  πολλούς λόγους. Πρώτον εμπλουτίζει την ήδη υπάρχουσα πλούσια βιβλιογραφία[i], εκθέτοντας  τα βιώματά του στο κόμμα και στην πρωθυπουργία από τη δική του σκοπιά, συχνά ως προσωπικό του δράμα. Έχει σημασία να καταλάβουμε τι σκεπτόταν και τι έκανε. Δεύτερον, το βιβλίο αναφέρεται σε μια κρίσιμη περίοδο στην οποία παίχτηκε το σπουδαιότερο κεκτημένο της μεταπολίτευσης – η θέση της χώρας στο δυτικό σύστημα και στην ΕΕ. Τρίτον, θέτει θεμελιώδη ζητήματα αριστερής φιλοσοφίας και συσχετισμών ισχύος στον σημερινό κόσμο. Όνειρα και θολές ελπίδες ήλθαν τότε σε σύγκρουση με την πραγματικότητα – και διαψεύσθηκαν.

Στο παρόν κείμενο εστιάζω στα κεφάλαια που αναφέρονται στο κρίσιμο α΄ εξάμηνο του 2015. Σε αυτούς τους πρώτους μήνες βλέπουμε τα σπέρματα της μετέπειτα  πολιτικής 2015-2019.

Ένας ιδιωφελής απολογισμός

Ας πούμε εξαρχής ότι το βιβλίο Ιθάκη αποτελεί προσωπικό αλλά και ιδιωφελή απολογισμό των έργων και των απόψεών του πρώην πρωθυπουργού. Όπως συνηθίζουν και άλλοι πρωθυπουργοί όταν γράφουν τα απομνημονεύματά τους, ο  Αλέξης Τσίπρας τείνει μάλλον να δικαιολογήσει παρά να επανεξετάσει κριτικά  την κυβερνητική πολιτική  του. 

Σωστά παραπέμπει σε αστοχίες του δεύτερου  Μνημονίου (=προγράμματος προσαρμογής) και ειδικά στον εξωπραγματικό «πολλαπλασιαστή» που υποτίμησε τις υφεσιακές επιπτώσεις των δημοσιονομικών μέτρων λιτότητας. Επιμένει ότι το συσσωρευμένο χρέος δεν ήταν βιώσιμο, πράγμα  που επιβεβαίωσε το καλοκαίρι του 2015 το ΔΝΤ.  Έπρεπε συνεπώς  κατά τη γνώμη του να διαγραφεί ένα μέρος του. Επικρίνει τη θεωρία του trickle down υποθέτοντας,   εν μέρει σωστά, ότι διαπότιζε τα μέτρα του Μνημονίου. Αυτά αξίζει να συζητούνται και πράγματι συζητούνται στον ακαδημαϊκό χώρο. Είχαν αναμφίβολα και οι δανειστές τις εμμονές τους για τη λιτότητα και το χρέος.

Όμως τα σωστά περιστοιχίζουν ασάφειες, παραλείψεις, κάποιες ανακρίβειες τυλιγμένες σε ηθική καταγγελία  και παρερμηνεία των εταίρων. Ενδεικτικά:

  • Δεν περιγράφει σωστά την κατάσταση που βρήκε μόλις έγινε πρωθυπουργός τον Ιανουάριο του 2015 καθώς παραβλέπει ότι το 2014 η οικονομία ανέκαμπτε για να περιέλθει πάλι σε ύφεση επί πρωθυπουργίας του.
  • Δεν συζητά πραγματικά, μέχρι το δημοψήφισμα, τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις του Δεύτερου Μνημονίου που η κυβέρνηση Σαμαρά δεν είχε τολμήσει να ολοκληρώσει, αλλά τις απορρίπτει συλλήβδην ως «απαράδεκτες», αντικοινωνικές και αντίθετες με τις αξίες της Ευρώπης.
  • Πίστευε έως την τελευταία στιγμή ότι οι εταίροι θα υποχωρούσαν (βλ. πιο κάτω). Είχε, όπως ομολογεί και ο ίδιος, ψευδαισθήσεις.
  • Δεν αναγνωρίζει το κόστος της «σκληρής διαπραγμάτευσης». Χαρακτηρίζει τους υπολογισμούς του κόστους που δημοσίευε ο ΕΜΣ και άλλοι με το σύνηθες καταγγελτικό ύφος ως «αριθμητική της πολιτικής εμπάθειας».
  • Κατά διαστήματα φαινόταν να μην αντιλαμβάνεται τον τρόπο λειτουργίας των θεσμών της ΕΕ.

Κατά προέκταση, παρερμηνεύει τις προθέσεις των εταίρων στα ευρωπαϊκά συμβούλια και σε διμερείς επαφές:  κατά μια εκτίμησή του, ήθελαν να τελειώνουν με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ· και κατά μια άλλη, ήθελαν να εκδιώξουν την Ελλάδα από την ΟΝΕ (Grexit).

Αντίθετα όμως προς όσα γράφει, οι κυβερνήσεις των χωρών της Ευρωζώνης και οι θεσμοί  ομόθυμα προσπαθούσαν να αποτρέψουν την έξοδο της Ελλάδας από την Ευρωζώνη. Έθεταν όμως ως προϋπόθεση συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις και εξυγίανση της δημόσιας οικονομίας στην Ελλάδα (βλ. πιο κάτω).

Τέλος, ωραιοποιεί τεχνηέντως κρίσιμες αποφάσεις του. Όταν, π.χ., γράφει ότι το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης ήταν «ο πήχης που ποτέ δεν κατάφερε να υπερβεί» ενώ στην πραγματικότητα οδηγούσε στη χρεοκοπία ή όταν υπονοεί ότι το δημοψήφισμα ήταν απλά  «λυτρωτικό» αλλά ο ίδιος μετέτρεψε το «Όχι» σε «Ναι». 

Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι ο πρώην πρωθυπουργός εξέφραζε με τις επιλογές του  την αμηχανία της ελληνικής Αριστεράς απέναντι στην ευρωπαϊκή ενοποίηση και ο ίδιος έδειχνε αδυναμία κατανόησης των ολοένα και δυσμενέστερων συσχετισμών δύναμης  μέχρι το δημοψήφισμα.

Πράγματι, η Ιθάκη τεκμηριώνει παραδειγματικά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει γενικά η Αριστερά  στην Ευρώπη όταν καταφέρνει να κυβερνήσει. Βρίσκεται ξαφνικά απέναντι σε ένα εχθρικό για τις ιδέες της θεσμικό τείχος, σε εχθρικό οικονομικό περιβάλλον και σε εχθρικές κοινωνικές δομές. 

Η ελληνική Αριστερά, συμπεριλαμβανομένου του ΣΥΡΙΖΑ. ασκούσε κριτική στις προηγούμενες κυβερνήσεις. Αλλά στο ερώτημα τι θα κάνει αν η ίδια κυβερνήσει, οι απαντήσεις της ήταν, στην καλύτερη περίπτωση, αμφιλεγόμενες. Είχαν συνοψισθεί στο περιβόητο «πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης» (Σεπτέμβριος 2014), έναν κατάλογο  παροχών και επιδομάτων, αυξήσεων  μισθών και συντάξεων, παγώματος των ιδιωτικοποιήσεων κ.λπ. Ποιος μπορούσε να έχει αντίρρηση σε αυτά; Ποιον ενδιέφερε ότι προϋπέθεταν πακτωλό χρημάτων που δεν ήταν διαθέσιμα; Οι πολιτικές αναδιανομής με δημοσιονομικά ελλείμματα και χρέη είναι παλαιά ασθένεια των ευρωπαίων σοσιαλιστών.

Το πνευματικό κλίμα στην ελληνική Αριστερά (του ΣΥΡΙΖΑ) για το ρόλο του κράτους, της κοινωνικής πολιτικής, των αγορών και της επιχειρηματικότητας επηρέαζε ένα ισχυρό αντικαπιταλιστικό ρεύμα. Ξεπερνούσε σε κρατισμό (=από τα «αριστερά») την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία. Η ηγεσία υιοθετούσε κάθε επέκταση των κρατικών δομών  σε συνδυασμό με την ελληνική εκδοχή του κατακερματισμένου κορπορατισμού (των συντεχνιών).

Η ελληνική Αριστερά στην περίπτωση των Μνημονίων δυσκολευόταν να παραδεχθεί ότι δεν είχε νόημα να θέτει «εθνικούς» στόχους με εργαλεία τα ελλείμματα και τα χρέη. 

Η συνολική στάση του Αλέξη Τσίπρα και του ΣΥΡΙΖΑ δεν βρισκόταν στο περιθώριο της  ελληνικής κοινωνίας. Οι απόψεις τους συνέπιπταν με εδραιωμένες αντιλήψεις της πλειονότητας των Ελλήνων για την ΕΕ, το ρόλο του κράτους, τα «Μνημόνια» και για την κρίση ως έργο ξένων συνωμοσιών. Η αξιοπιστία των  πολιτικών που είχαν κυβερνήσει έως τότε βρισκόταν στο ναδίρ. Ό,τι και αν έλεγαν, οι άνθρωποι έβλεπαν πως τα εισοδήματά τους έπεφταν από το 2010. Από το 2009-10 μέχρι τον Ιανουάριο του 2015 δεν ήταν ορατό στον κόσμο κάποιο  τέλος της κρίσης. Οι περισσότεροι  φοβούνταν ότι η δυσπραγία θα συνεχιζόταν τα επόμενα χρόνια.

Γεγονός είναι ότι ο λαός  είχε αναπτύξει ένα ορισμένο επίπεδο αξιώσεων ευημερίας. Ώς την κρίση αδιαφορούσε αν αυτό βασιζόταν σε δάνεια, σε συσσώρευση χρεών και σε (κακοδιαχειριζόμενους) πόρους της ΕΕ. Μικρομεσαίοι, δημόσια υπαλληλία και πολλές οργανώσεις συμφερόντων, που ασκούσαν έναν άναρχο εντέλει διεκδικητισμό,  έπαθαν σοκ όταν διαπίστωσαν ότι το πάρτι τελείωσε.

Τα παραπάνω –η σύζευξη της απόρριψης του μνημονίου με αντικαπιταλιστικό λόγο και αντιευρωπαϊκά επιχειρήματα, η αποδοχή πάσης φύσεως κοινωνικών αιτημάτων και η ταυτόχρονη καταγγελία τους αποτυχημένου «παλαιού» πολιτικού συστήματος– συνέθεσαν μια εκρηκτική αντίληψη που είχε απήχηση (και πολλές ανομολόγητες αλήθειες).   

Ο Αλέξης Τσίπρας περιγράφει καλά  αυτό που άλλωστε πίστευαν και οι στενότεροι σύντροφοί του, ότι δηλαδή μπορούν να αποτρέψουν την επικείμενη χρεοκοπία και να λύσουν τα προβλήματα  «πολιτικά». Πράγματι, σε συνάντηση με την Άγκελα Μέρκελ επιχείρησε προς έκπληξή της να ανταλλάξει το Μνημόνιο με την αναγνώριση της τότε FYROM (σήμερα Βόρεια Μακεδονία). Έδωσε όμως τελικά και χωρίς αντάλλαγμα μια αμφιλεγόμενη διέξοδο στο ζήτημα που ταλαιπωρούσε (και συνεχίζει να  ταλαιπωρεί) την εξωτερική πολιτική της χώρας. 

Ο πρώην πρωθυπουργός έβλεπε το Δεύτερο Μνημόνιο ως την  κορυφή  του παγόβουνου – της αποτυχίας του παλαιοκομματικού συστήματος και του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού που εκπροσωπούσαν οι διεθνείς και ευρωπαϊκοί οργανισμοί (ΕΕ, IMF) και ισχυροί παίκτες στο διεθνές σύστημα. Κατά την άποψή του, ήταν λάθος η  γενική κατεύθυνση των νεοφιλελεύθερων πολιτικών που φόρτωναν ουσιαστικά τα βάρη της εκάστοτε προσαρμογής  στους λιγότερο ευνοημένους, ενώ νομιμοποιούσαν τις ανισότητες με το επιχείρημα ότι αυτές προωθούσαν την ανάπτυξη.

Ο θεωρητικός αντίλογος, τον οποίο ο Αλέξης Τσίπρας δεν αποδεχόταν, τόνιζε αντίθετα την αποτυχία της εσωτερικής πολιτικής να εφαρμόσει αποτελεσματικές πολιτικές προσαρμογής (λέγε: μεταρρυθμίσεις) ώστε αφενός να νοικοκυρευτεί η δημόσια οικονομία, αφετέρου να γίνει η εσωτερική παραγωγή πιο ανταγωνιστική με τις κατάλληλες αναδιαρθρώσεις. Ο πολυδαίδαλος κρατισμός δεν ταίριαζε με ανοιχτές αγορές, ούτε έλυνε τα πραγματικά προβλήματα της χώρας.

Στο διαπραγματευτικό πεδίο ο Αλέξης Τσίπρας απέρριπτε και τη λογική των θεσμών (πρώην Τρόικας) ότι έπρεπε να τηρηθούν οι κανόνες και οι συμφωνίες  της ΕΕ (pacta sunt servanda), ότι η Ευρωομάδα και ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθεροποίησης (ΕΜΣ) ήταν μηχανισμοί διακυβερνητικής συνεργασίας μεταξύ κυρίαρχων και δημοκρατικών κρατών και ότι υπάρχει συνέχεια του κράτους παρά την αλλαγή κυβερνήσεων. Υποστήριζε σε κάθε ευκαιρία ότι ο ελληνικός λαός είχε αποφανθεί δημοκρατικά κατά του Μνημονίου και των υποστηρικτών του, αλλά δεν αναγνώριζε ότι και οι άλλες χώρες ήταν δημοκρατίες που έπρεπε να πεισθούν ότι άξιζε τον κόπο να χρηματοδοτήσουν εκ νέου την Ελλάδα.

Αυτό για εκείνους σήμαινε ότι η χώρα, πέραν της τυπικής της υποχρέωσης να τηρεί τις συμφωνίες, έπρεπε να τακτοποιήσει τη δημόσια οικονομία της ώστε να μπορεί να εξυπηρετεί τα χρέη της  και να εφαρμόσει  συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις για να ανακάμψει η οικονομία.  Αυτό βεβαίως εξυπηρετούσε και τα συμφέροντά τους. Επομένως τα μνημόνια έπρεπε να εφαρμοσθούν (το δεύτερο εκκρεμούσε) έστω με βελτιώσεις. Αυτά όλα ήταν άβολα για στελέχη που είχαν μάθει να συζητούν ατελείωτα  για τις αρχές μιας καλύτερης κοινωνίας.

Βασικό στοιχείο της στρατηγικής του Αλέξη Τσίπρα ήταν η πεποίθηση ότι η ΕΕ θα υποχωρούσε μπροστά στην ελληνική αντίσταση για να αποφύγει τη μετάδοση της κρίσης σε άλλες χώρες και την ενδεχόμενη διάλυση της Ευρωζώνης. Όμως η Ευρωζώνη θωρακιζόταν, ενώ η οικονομική κατάσταση της χώρας χειροτέρευε και, μαζί της, η διαπραγματευτική θέση της.  

Ο Αλέξης Τσίπρας βεβαιώνει ότι έβλεπε τι συνέβαινε. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), γράφει, 

μεθοδικά και αθόρυβα είχε απομονώσει πλήρως την ελληνική κρίση, πλέκοντας ένα αόρατο δίχτυ ασφαλείας για το ευρωπαϊκό σύστημα. Όσο και αν προσπαθούσαμε να δημιουργήσουμε μοχλούς πίεσης, το βασικό εργαλείο που περιμέναμε να δουλέψει –η αναταραχή στις αγορές– δεν δούλευε όπως στο παρελθόν». (σ. 169)

Όμως, επέμενε να το χρησιμοποιεί μέχρι το δημοψήφισμα.

Η κυβέρνηση, γράφει επίσης, αγωνιούσε να πληρώσει μισθούς και συντάξεις μαζί με τις προβλεπόμενες δόσεις αποπληρωμής δανείων. Ο αρμόδιος υπουργός, Δημήτρης Μάρδας,

είχε μετατραπεί σε μάγο Χουντίνι , που ξυπνούσε το πρωί και του έλειπαν 300 εκατομμύρια  και πριν πάει ξανά για ύπνο το βράδυ τα έβγαζε από το καπέλο του. Έβρισκε πάντα τον τρόπο, ώστε κάθε μήνα να δίνουμε στην ώρα τους τις συντάξεις και τους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων. (σ.150)

Στα τέλη Ιουνίου αυτή η μαγεία είχε εξαντληθεί και καραδοκούσε η χρεοκοπία.   

Το δίλημμα: Grexit ή πρόγραμμα  

Η τελευταία πρόταση των θεσμών, τον Ιούνιο 2015 (που τελικά αποσύρθηκε όταν η Ελλάδα διέκοψε τη διαπραγμάτευση), ήταν, κατά την άποψη του Αλέξη Τσίπρα, ευθεία προσβολή της αξιοπρέπειας ενός κράτους επειδή, απλά, η πρόταση προέβλεπε ότι οι θεσμοί θα επιτηρούσαν την εφαρμογή των προαπαιτούμενων για να εγκρίνουν την αποδέσμευση δόσεων:

Δηλαδή θα μας λένε  ψηφίστε – πάρτε – πληρώστε, ψηφίστε – πάρτε – πληρώστε. […] Αυτό, νομίζω, ξεπερνάει κάθε φαντασία ότι θα μπορούσε να είναι λειτουργικό. (σ. 252, 261)  

Στις 27 Ιουλίου ανακοίνωσε την απόφασή του για διεξαγωγή δημοψηφίσματος ως απάντηση στο «τελεσίγραφο» των θεσμών. Υπολόγιζε, πάλι λανθασμένα, ότι το δημοψήφισμα θα ενίσχυε τη θέση του την επόμενη μέρα.  

Στο μεταξύ, όλοι οι εταίροι στην Ευρωζώνη άρχισαν να συγκλίνουν προς την ιδέα εξόδου της Ελλάδας από την Ευρωζώνη ή και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο Αλέξης Τσίπρας απέρριπτε κάθε ιδέα για έξοδο από την Ευρωζώνη που, όπως γράφει, θα άφηνε άλυτο το χρηματοδοτικό πρόβλημα και, συνεπώς, θα είχε καταστροφικές συνέπειες για την οικονομία. Είχε δίκιο σε αυτό. Δεν διαπραγματευόταν όμως πραγματικά τις προτάσεις της ΕΕ και, περίπου ώς τον Απρίλιο του 2015, αμφιταλαντευόταν για το ευρώ. Ζητούσε αναχρηματοδότηση,  «δικαιότερο» μνημόνιο και παραμονή στην ΕΕ και την Ευρωζώνη. Αλλά το δικαιότερο Μνημόνιο, όπως το φανταζόταν και όπως έδειχναν τα πρώτα δείγματα γραφής της κυβέρνησής του, ισοδυναμούσε με προάσπιση του status quo και με νέα κρίση.

Βέβαια, για τους πιο  ριζοσπάστες του ΣΥΡΙΖΑ (που σημαίνει Συνασπισμός Ριζοσπαστικής Αριστεράς), η  έξοδος από το ευρώ και η επιστροφή στη δραχμή φαινόταν λύση. Αλλά τι θα έκαναν με τη δραχμή στα χέρια και χωρίς κοινοτικούς πόρους και ευχέρεια δανεισμού από τις αγορές; Η απάντηση των ηγετικών στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ ήταν απλή: θα ασκήσουμε εθνική πολιτική, όπως την εννοούμε, με δικαιοσύνη, επιβαρύνοντας την ολιγαρχία. Τα τεχνικά ζητήματα της μετάβασης από το ευρώ στη δραχμή μπορούσαν να λυθούν. Εδώ έπεφταν παράξενες ιδέες, όπως του  Παναγιώτη Λαφαζάνη για αξιοποίηση των διαθέσιμων ευρώ στην Τράπεζα της Ελλάδος ή του Γιάνη Βαρουφάκη για την καθιέρωση ενός ηλεκτρονικού συστήματος πληρωμών  ή έκδοση βεβαιώσεων του τύπου «I Owe You» (δηλαδή «κουπόνια» για τους συνταξιούχους), που θα παρέκαμπταν τον στενό κορσέ του ευρώ.  Ο Αλέξης Τσίπρας βεβαιώνει ότι δεν τις συμμεριζόταν, πράγμα που πρέπει να του πιστωθεί. Κατά τη γνώμη μου, το πιθανότερο σενάριο ήταν ότι η έξοδος ή η παράκαμψη του ευρώ θα προκαλούσε επίσημη χρεοκοπία και ένα ανεξέλεγκτο σπιράλ υποτιμήσεων και πληθωρισμού, ως αποτέλεσμα ενός ξεσπάσματος των λαϊκών αξιώσεων, τις οποίες άλλωστε είχαν γαλουχήσει οι πολιτικοί.[ii] 

Τελικά, ο Αλέξης Τσίπρας, αμέσως μετά το δημοψήφισμα, αντικατέστησε τον Γιάνη Βαρουφάκη  με τον Ευκλείδη Τσακαλώτο και συμφώνησε με τους αρχηγούς των κομμάτων (εκτός ΚΚΕ) να ξεκινήσει νέα διαπραγμάτευση με τις Βρυξέλλες, η οποία κατέληξε στο Τρίτο Μνημόνιο και στην οριστική  ματαίωση αριστερών βεβαιοτήτων.  

Η πολιτική μετά τη συμφωνία για Τρίτο Μνημόνιο  θύμιζε το διπλό πρόσωπο του Ιανού: Από τη μία πλευρά χρειάσθηκαν δύο χρόνια για να εφαρμοσθούν μερικά επώδυνα μέτρα του, τα οποία απαιτούσε η Τρόικα (οι «θεσμοί») στο ασφαλιστικό (περικοπές στις συντάξεις, αύξηση των ορίων ηλικίας, κατάργηση του ΕΚΑΣ κ.ά.), στο δημοσιονομικό καθεστώς («κόφτης» δαπανών, Υπερταμείο, ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί), αυξήσεις του ΦΠΑ κ.ά. Έτσι εκπληρώθηκαν τελικά οι όροι  για τη χρηματοδότηση της χώρας με νέο δάνειο και επανήλθε  η οικονομία σε τροχιά ανάπτυξης. Από την άλλη πλευρά, όμως, ο ΣΥΡΙΖΑ χαλάρωνε την πολιτική κατά της παράτυπης μετανάστευσης, κατακερμάτιζε δημόσια έργα για να τα δώσει σε ημέτερους, επιχειρούσε να αποκεφαλίσει την ηγεσία της Δεξιάς με την υπόθεση-σκάνδαλο της Novartis, προσπαθούσε να στήσει δικούς του τηλεοπτικούς σταθμούς, μετά το 2018 άρχισε να αναιρεί μέτρα προσαρμογής κ.ά. 

Αυτές ήταν οι προεκτάσεις  του ταξιδιού προς μια φαντασιακή Ιθάκη που τέλειωσε μακριά από την Ιθάκη το 2019.

[i] Ξεχωρίζω τα εξής: Γερούν Ντάισελμπλουμ, Η κρίση του ευρώ. Η ιστορία εκ των έσω σε Ευρώπη, Ελλάδα και Κύπρο, Economia, Αθήνα 2018· το εξαιρετικό των Ελένης Βαρβιτσιώτη και Βικτώριας Δενδρινού,  Η τελευταία μπλόφα, Παπαδόπουλος, Αθήνα 2019· Γιάνης Βαρουφάκης, Ανίκητοι ηττημένοι (μετάφραση: Πέτρος Γεωργίου, Αλέξανδρος Βαφειάδη, Μαρία Χρίστου), Πατάκη, Αθήνα 2017· Πάνος Καζάκος, Το τέλος των ψευδαισθήσεων; Ελεγχόμενες πτωχεύσεις, οικονομική κρίση και μνημόνια 2009-2019, Παπαζήση, Αθήνα 2020.

[ii] Βλ. Πάνος Καζάκος, Η επιστροφή στη δραχμή δεν θα είναι λύση, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2016.

More articles

Latest articles