Στην ιστορία της ελληνικής πολιτικής, λίγα κόμματα έχουν αφήσει τόσο βαθύ και προβληματικό αποτύπωμα όσο το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα, ή ΠΑΣΟΚ. Ιδρυμένο το 1974, μέσα στον ενθουσιασμό της επιστροφής της δημοκρατίας μετά τη χούντα, το ΠΑΣΟΚ υποσχέθηκε μια ριζική μεταμόρφωση: κοινωνική δικαιοσύνη, οικονομική ισότητα και ρήξη με το συντηρητικό κατεστημένο. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια των δεκαετιών που βρέθηκε στην εξουσία, αυτό που ξεκίνησε ως φάρος ελπίδας εξελίχθηκε σε σύμβολο συστημικής διαφθοράς, πελατειακών σχέσεων και δημοσιονομικής ανευθυνότητας. Αυτή η ανάλυση εμβαθύνει στους τρόπους με τους οποίους η διακυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ άφησε ανεξίτηλα σημάδια στο πολιτικό και οικονομικό τοπίο της Ελλάδας, από σκάνδαλα που ανέτρεψαν ηγέτες μέχρι βαθιά ριζωμένες πρακτικές που αποδυνάμωσαν τους δημόσιους θεσμούς. Το 2025, καθώς η Ελλάδα συνεχίζει να αντιμετωπίζει προκλήσεις, η κατανόηση της κληρονομιάς του ΠΑΣΟΚ είναι κρίσιμη—όχι μόνο ως προειδοποιητική ιστορία, αλλά ως υπενθύμιση του πώς η ανεξέλεγκτη εξουσία μπορεί να οδηγήσει σε παρακμή.
Στον πυρήνα της προβληματικής ιστορίας του ΠΑΣΟΚ βρίσκεται ένα μοτίβο διαφθοράς που διαπέρασε τις τάξεις του, μετατρέποντας τα δημόσια αξιώματα σε όχημα προσωπικού πλουτισμού. Το πιο διαβόητο επεισόδιο ήταν το σκάνδαλο Κοσκωτά στα τέλη της δεκαετίας του 1980, όπου ο Γιώργος Κοσκωτάς, τραπεζίτης και ιδιοκτήτης της Τράπεζας Κρήτης, κατηγόρησε τον τότε Πρωθυπουργό Ανδρέα Παπανδρέου και άλλους αξιωματούχους του ΠΑΣΟΚ για υπεξαίρεση και ξέπλυμα χρήματος. Οι έρευνες αποκάλυψαν ένα δίκτυο παράνομων κεφαλαίων που αποσπάστηκαν από κρατικές επιχειρήσεις, όπως τα ΕΛΤΑ και άλλοι δημόσιοι οργανισμοί, ύψους εκατοντάδων εκατομμυρίων δραχμών (ισοδύναμο με δεκάδες εκατομμύρια ευρώ σήμερα). Ο Παπανδρέου δικάστηκε αλλά αθωώθηκε εν μέσω κατηγοριών για πολιτική παρέμβαση στη δικαιοσύνη. Αυτό δεν ήταν μεμονωμένο περιστατικό· έθεσε τον τόνο για την προσέγγιση του ΠΑΣΟΚ στη διακυβέρνηση, όπου η πίστη στο κόμμα συχνά υπερίσχυε της διαφάνειας.
Η διαφθορά κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ αποτυπώνεται σε διάφορους δείκτες. Για παράδειγμα, η κατάταξη της Ελλάδας στον Δείκτη Αντίληψης Διαφθοράς (CPI) κατρακύλησε κατά τις περιόδους κυριαρχίας του ΠΑΣΟΚ. Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, υπό τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ, η Ελλάδα είχε βαθμολογία περίπου 4,2 στα 10 στον CPI, κατατάσσοντάς τη μεταξύ των πιο διεφθαρμένων στην ΕΕ—χειρότερα από πολλές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης που μετέβαιναν από τον κομμουνισμό. Το 2010, όταν το ΠΑΣΟΚ επέστρεψε στην εξουσία υπό τον Γιώργο Παπανδρέου, η βαθμολογία είχε βελτιωθεί ελάχιστα, κυμαινόμενη στο 3,5, αντανακλώντας βαθιά ριζωμένα προβλήματα όπως ο νεποτισμός και η δωροδοκία στις δημόσιες συμβάσεις. Ένας πίνακας με βασικά δεδομένα διαφθοράς κατά τη διάρκεια των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ αποκαλύπτει το μέγεθος του προβλήματος:
| Περίοδος | Βαθμολογία CPI (από 10) | Μεγάλα Σκάνδαλα | Εκτιμώμενος Οικονομικός Αντίκτυπος |
|---|---|---|---|
| 1981-1989 (Α. Παπανδρέου) | 4,0-4,5 | Σκάνδαλο Κοσκωτά, Υπεξαίρεση Τράπεζας Κρήτης | Πάνω από €50 εκατ. σε υπεξαιρεμένα κεφάλαια |
| 1993-2004 (Α. Παπανδρέου/Σημίτης) | 4,2-4,8 | Απάτες στο Χρηματιστήριο, Κατάχρηση κονδυλίων ΕΕ | €100-200 εκατ. σε επιδοτήσεις ΕΕ που εκτράπηκαν |
| 2009-2011 (Γ. Παπανδρέου) | 3,5-4,0 | Κάλυψη φοροδιαφυγής (Λίστα Λαγκάρντ) | Δισεκατομμύρια σε μη δηλωμένους φόρους από ελίτ |
Αυτά τα στοιχεία υπογραμμίζουν πώς η ανοχή του ΠΑΣΟΚ στη διαφθορά όχι μόνο άδειασε τα δημόσια ταμεία αλλά και διέβρωσε την εμπιστοσύνη του λαού. Ο πελατειασμός θεσμοθετήθηκε: πιστοί του κόμματος διορίζονταν σε καίριες θέσεις σε κρατικές επιχειρήσεις, οδηγώντας σε αναποτελεσματικότητα και διογκούμενα ελλείμματα. Για παράδειγμα, κατά τη δεκαετία του 1980, το ΠΑΣΟΚ αύξησε τη μισθοδοσία του δημόσιου τομέα κατά πάνω από 30%, προσθέτοντας εκατοντάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας ως πολιτικές χάρες, γεγονός που συνέβαλε στη ραγδαία αύξηση του χρέους προς το ΑΕΠ από 28% το 1980 σε πάνω από 100% στα μέσα της δεκαετίας του 1990.
Πέρα από την οικονομική κακοδιαχείριση, η διακυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ καλλιέργησε μια - ατιμωρησίας που επεκτάθηκε και στη δυναστική πολιτική. Η οικογένεια Παπανδρέου—Ανδρέας, ο γιος του Γιώργος και ο εγγονός Ανδρέας Τζούνιορ—ενσάρκωσε αυτή την τάση, με κατηγορίες για νεποτισμό να συνοδεύουν τις θητείες τους. Η κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου το 2009-2011 στιγματίστηκε από αποκαλύψεις ότι τα ελληνικά δημοσιονομικά στοιχεία είχαν παραποιηθεί για να κρύψουν το πραγματικό μέγεθος της κρίσης χρέους, οδηγώντας στο περιβόητο σκάνδαλο των «ελληνικών στατιστικών». Αυτή η εξαπάτηση όχι μόνο πυροδότησε το μνημόνιο του 2010, αλλά επέβαλε σκληρή λιτότητα στους απλούς Έλληνες, ενώ προστάτευσε τους κομματικούς ημέτερους. Δημοσκοπήσεις της εποχής δείχνουν την αποδοχή του ΠΑΣΟΚ να πέφτει από 44% το 2009 σε κάτω από 10% το 2012, καθώς οι πολίτες υπέφεραν από περικοπές συντάξεων και αυξήσεις φόρων.
Τα τελευταία χρόνια, ακόμα και καθώς το ΠΑΣΟΚ επαναπροσδιορίζεται ως κεντρώα αντιπολιτευτική δύναμη, τα φαντάσματα του παρελθόντος του παραμένουν. Τη δεκαετία του 2020, η ανανεωμένη έρευνα για χρέη του κόμματος που ξεπερνούν τα €451 εκατομμύρια, κυρίως από απλήρωτα δάνεια της ακμής του, συνεχίζουν να επιβαρύνουν τους φορολογούμενους. Επιπλέον, η εμπλοκή σε σκάνδαλα όπως η απάτη στις επιδοτήσεις του ΟΠΕΚΕΠΕ—όπου εμπλέκονται βουλευτές του ΠΑΣΟΚ μαζί με άλλους—υπογραμμίζει τα συνεχιζόμενα προβλήματα. Οι κριτικοί υποστηρίζουν ότι η αποτυχία του ΠΑΣΟΚ να αντιμετωπίσει πλήρως το παρελθόν του διαιωνίζει έναν κύκλο δυσπιστίας, με τις τρέχουσες χαμηλές δημοσκοπήσεις (περίπου 5-10% το 2025) να αντικατοπτρίζουν την κούραση των ψηφοφόρων.
Παρόλο που οι πρώιμες μεταρρυθμίσεις του ΠΑΣΟΚ στην εκπαίδευση και την υγεία έφεραν κάποια πρόοδο, η κυρίαρχη αφήγηση είναι αυτή της προδοσίας. Τα σοσιαλιστικά ιδανικά του κόμματος υπονομεύτηκαν από ελιτισμό και διαφθορά, συμβάλλοντας στη σχεδόν χρεοκοπία της Ελλάδας και στην παρατεταμένη ύφεση. Καθώς η χώρα προχωρά, η ιστορία του ΠΑΣΟΚ αποτελεί μια αυστηρή προειδοποίηση: χωρίς γνήσια λογοδοσία, ακόμα και τα πιο πολλά υποσχόμενα κινήματα μπορούν να γίνουν παράγοντες παρακμής.