Για τον Γιάννη Βασίλη Γιαϊλαλί γράφει η tageszeitung, έναν άνθρωπο που «η ζωή του θα προσέφερε άφθονο υλικό για μια ταινία».
«Ο Τούρκος υπήκοος που γεννήθηκε το 1974 ως Ιμπραήμ Γιαϊλαλί στην Μπάφρα πολέμησε τη δεκαετία του 1990 ως επίλεκτος στρατιώτης του τουρκικού στρατού εναντίον των Κούρδων ανταρτών του PKK», έχοντας μάλιστα «απόλυτη πίστη» στον σκοπό που υπηρετούσε. Όπως λέει ο ίδιος χωρίς περιστροφές, «μεγάλωσα σε μια γειτονιά στην Μπάφρα, ένα προπύργιο των “Γκρίζων Λύκων” [ακροδεξιάς εξτρεμιστικής ομάδας της Τουρκίας] και έγινα Τούρκος εθνικιστής. […] Μου έμαθαν να μισώ όλες τις μειονότητες: Κούρδους, Πόντιους Έλληνες, Αρμένιους. Ήμουν φασίστας».
Στον πόλεμο με τους Κούρδους «ο Γιαϊλαλί έγινε μάρτυρας πολλών εγκλημάτων πολέμου, στα οποία συμμετείχε και ο ίδιος». Όταν όμως τραυματίστηκε και βρέθηκε το 1994 αιχμάλωτος από το PKK, σταδιακά άλλαξε στάση και απομακρύνθηκε από τον μιλιταρισμό και τον εθνικισμό.

«Έκτοτε ο Γιαϊλαλί αφιερώνεται ως ακτιβιστής στον πασιφισμό και έγινε αντιρρησίας συνείδησης», συνεχίζει η εφημερίδα του Βερολίνου. Μάλιστα, «διαπίστωσε πως η οικογένειά του έχει και ποντιακή-ελληνική καταγωγή, γεγονός που τον οδήγησε στο να αλλάξει το μικρό του όνομα σε “Γιάννης Βασίλης” το 2013. Στην Τουρκία απειλήθηκε, φυλακίστηκε και φέρεται να βασανίστηκε κιόλας. Το 2019 διέφυγε από τη χώρα και υπέβαλε αίτηση ασύλου στην Ελλάδα».
Ωστόσο, οι ελληνικές αρχές απέρριψαν την αίτησή του, δικαιολογώντας την απόφασή τους με το ότι ο Γιαϊλαλί έχει τελέσει εγκλήματα πολέμου. Η υπόθεση «έχει προκαλέσει μεγάλες αντιδράσεις στην Ελλάδα. Πολιτικοί και υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων ζητούν να ανασταλεί η απέλαση και να εξεταστεί εκ νέου η υπόθεση. Στην Τουρκία έχουν κινηθεί σε βάρος του 13 διαδικασίες, μεταξύ άλλων και με την κατηγορία της “κατασκοπείας”. Επιπλέον, λόγω της ακούραστης δράσης του υπέρ των δικαιωμάτων των Κούρδων και άλλων μειονοτήτων ο Γιαϊλαλί είναι εκτεθειμένος στις καταπιεστικές διαθέσεις του τουρκικού κράτους, στις εχθρικές διαθέσεις των υπερεθνικιστών, καθώς και στον δημόσιο στιγματισμό. Όπως δηλώνει ο Γιαϊλαλί, για τον ίδιο δεν υπάρχει ασφαλής διαμονή εντός των συνόρων της Τουρκίας», καταλήγει η taz.
«Γεγονότα χαραγμένα στην ελληνική συλλογική μνήμη»
Ένα ακόμα δημοσίευμα για τη γερμανική Kατοχή στην Ελλάδα με αφορμή τη δημοπρασία φωτογραφιών από την εκτέλεση των 200 της Καισαριανής δημοσιεύεται στον Τύπο και συγκεκριμένα στη Junge Welt, με το γερμανικό μέσο να εστιάζει ιδίως στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Χαϊδαρίου.

«Στο Χαϊδάρι, ένα προάστιο λίγα χιλιόμετρα δυτικά της Αθήνας, βρισκόταν το μεγαλύτερο στρατόπεδο συγκέντρωσης στην κατεχόμενη Ελλάδα. […] Εκεί βρίσκονταν κυρίως οι πολυάριθμοι κρατούμενοι που συλλαμβάνονταν στις συχνές εφόδους μέσα και γύρω από την Αθήνα, με στόχο να σπάσει η αντίσταση του πληθυσμού».
Όπως επισημαίνει η JW, «το Χαϊδάρι εξελίχθηκε γρήγορα σε κεντρικό τόπο του φασιστικού τρόμου στην Ελλάδα. Τα βασανιστήρια και η καταναγκαστική εργασία ήταν καθημερινό φαινόμενο. Σε επιθέσεις παρτιζάνων κατά Γερμανών ή γερμανικών εγκαταστάσεων ακολουθούσαν τακτικά φρικτές πράξεις εκδίκησης: οι κρατούμενοι του στρατοπέδου λειτουργούσαν ως ένα είδος “αποθέματος ομήρων”. Συνολικά, όπως εκτιμούν οι ιστορικοί, περίπου 2.000 άνθρωποι έπεσαν θύματα αυτών των εκτελέσεων». Το στρατόπεδο συγκέντρωσης Χαϊδαρίου χρησιμοποιήθηκε δε και «ως στρατόπεδο διέλευσης για Εβραίους από διάφορα μέρη της Ελλάδας – μεταξύ άλλων από την Αθήνα, την Κέρκυρα και τη Ρόδο – ώστε να απελαθούν συγκεντρωτικά προς το Άουσβιτς».
Η Junge Welt εξηγεί ακόμα πως «η πλειονότητα των εγκλείστων ανήκε στην κομμουνιστική αντίσταση. Παρά τις εξαιρετικά σκληρές συνθήκες κράτησης πολλοί εξ αυτών παρέμειναν πιστοί στις πολιτικές τους πεποιθήσεις και έτσι ενίσχυσαν το συλλογικό πνεύμα αντίστασης απέναντι στην κατοχική δύναμη». Οι περισσότεροι Έλληνες «γνωρίζουν περί τίνος πρόκειται, όταν κάποιος μιλά για τους “200 της 1ης Μαΐου”. Και τα γεγονότα δεν πέρασαν μόνο στην ιστοριογραφία, αλλά τα ανέδειξαν και πολλοί άνθρωποι της τέχνης», μεταξύ άλλων για παράδειγμα ο Μίκης Θεοδωράκης.
Όπως επισημαίνει τέλος το γερμανικό μέσο, αναφερόμενο και στο φωτογραφικό υλικό που βρέθηκε σε υπαίθρια αγορά του Μονάχου και περιελάμβανε εικόνες και από το στρατόπεδο Καρυάς, «ένα τέτοιο εύρημα φωτογραφιών δεν είναι μοναδικό, παρ’ όλα αυτά η δημόσια προσοχή είναι τεράστια», διότι τέτοια γεγονότα παραμένουν «βαθιά ριζωμένα στη συλλογική μνήμη της Ελλάδας».