Με τον ίδιο τρόπο που ξεκίνησε, πριν από περισσότερο από μία δεκαετία, την πολιτική του διαδρομή προς τον Λευκό Οίκο, ο Ντόναλντ Τραμπ επιχειρεί να ολοκληρώσει την τελευταία μεγάλη εκλογική του εκστρατεία: με έναν αγώνα δρόμου σε ολόκληρη τη χώρα, ελπίζοντας ότι οι αλλεπάλληλες προεκλογικές συγκεντρώσεις θα κινητοποιήσουν τους πιο φανατικούς υποστηρικτές του και θα ανακόψουν την προσπάθεια των Δημοκρατικών να περιορίσουν την πολιτική του ισχύ, καθώς η πολιτική του σταδιοδρομία πλησιάζει προς το τέλος της.
Ο 80χρονος Αμερικανός πρόεδρος, εμφανώς καταπονημένος από την περιοδεία σχεδόν ενός μήνα σε πολιτείες με ισχυρή παράδοση υπέρ των Ρεπουμπλικανών, είχε αρχικά αποφασίσει να ακυρώσει τις προγραμματισμένες εμφανίσεις του το Σαββατοκύριακο στην Αϊόβα και το Κάνσας, αντικαθιστώντας τις με διαδικτυακές προεκλογικές συγκεντρώσεις. Στη συνέχεια, ωστόσο, άλλαξε γνώμη και αποφάσισε να πραγματοποιήσει κανονικά τις δύο εκδηλώσεις την Κυριακή.
Οι περισσότερες δημοσκοπήσεις δίνουν στους Δημοκρατικούς ισχυρές πιθανότητες να κερδίσουν τις τρεις έδρες που χρειάζονται για να ανακτήσουν τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων. Παράλληλα, στο στρατόπεδό τους ενισχύεται η αισιοδοξία ότι υπάρχουν περισσότεροι από ένας δρόμοι για την επικράτηση και στη Γερουσία, όπου επτά εκλογικές αναμετρήσεις παραμένουν ιδιαίτερα αμφίρροπες, σύμφωνα με το Bloomberg.
Στον αντίποδα, στελέχη των Ρεπουμπλικανών, επικαλούμενα εσωτερικά δημοσκοπικά δεδομένα, εκτιμούν ότι η εκλογική μάχη για τη Γερουσία παραμένει ανοιχτή και ότι το κόμμα διατηρεί σημαντικές πιθανότητες επικράτησης, παρά το γεγονός ότι βρίσκεται απροσδόκητα σε θέση άμυνας. Η στρατηγική τους στηρίζεται στη διατήρηση των εδρών σε πολιτείες όπως το Μέιν, η Αϊόβα, το Κάνσας και η Νεμπράσκα, κυρίως στη Μεσοδυτική Αμερική.
Μιλώντας την Κυριακή σε προεκλογική συγκέντρωση στο Ντουμπούκ της Αϊόβα, ο Τραμπ αναφέρθηκε στις συνεχείς μετακινήσεις του σε ολόκληρη τη χώρα.
“Πιστεύετε ότι είναι εύκολο;” διερωτήθηκε, προκαλώντας τις επευφημίες του ακροατηρίου. “Και το κάνω όλο αυτό για έναν πολύ απλό λόγο: για να εμποδίσω κομμουνιστές που μισούν την Αμερική και τζιχαντιστές να καταλάβουν τις Ηνωμένες Πολιτείες, παίρνοντας πρώτα τον έλεγχο του Κογκρέσου”.
Η χαμηλή δημοτικότητα Τραμπ επιβαρύνει τους Ρεπουμπλικανούς
Για τους Ρεπουμπλικανούς, ωστόσο, παραμένει ανοιχτό το ερώτημα κατά πόσο οι προεκλογικές συγκεντρώσεις του προέδρου ενισχύουν πραγματικά την εκλογική τους προσπάθεια ή, αντίθετα, αποσπούν την προσοχή από τα κρίσιμα ζητήματα της αναμέτρησης.
Το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα βρίσκεται σε δυσχερή θέση, καθώς καλείται να διαχειριστεί τις χαμηλές επιδόσεις του Τραμπ στις δημοσκοπήσεις και τη γενικευμένη δυσαρέσκεια των πολιτών για την αδυναμία της κυβέρνησης να εκπληρώσει βασικές προεκλογικές δεσμεύσεις. Στο επίκεντρο βρίσκονται το αυξημένο κόστος διαβίωσης, η ακρίβεια και η υπόσχεση του Αμερικανού προέδρου να κρατήσει τις ΗΠΑ μακριά από πολεμικές συγκρούσεις στο εξωτερικό.
Επιπλέον, η τελευταία φάση των προεκλογικών περιοδειών του, πολλές από τις οποίες πραγματοποιούνται σε μικρότερους χώρους σε σύγκριση με τις μαζικές συγκεντρώσεις της προηγούμενης δεκαετίας, έχει σημαδευτεί από μια σειρά ασυνήθιστων και συχνά αμφιλεγόμενων σχολίων, όπως τονίζει το Bloomberg.
Ανάμεσά τους περιλαμβάνονται αναφορές στη σωματική διάπλαση ανδρών υποψηφίων, τις οποίες οι Δημοκρατικοί αξιοποιούν για να ενισχύσουν το επιχείρημά τους ότι ο πρόεδρος δεν έχει δώσει την απαιτούμενη προσοχή στα οικονομικά προβλήματα των Αμερικανών.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Ρεπουμπλικανού γερουσιαστή Τζον Χάστεντ, ο οποίος δίνει μια ιδιαίτερα αμφίρροπη μάχη για την επανεκλογή του στο Οχάιο. Μεγάλο μέρος των δημόσιων αναφορών του Τραμπ στον υποψήφιο έχει επικεντρωθεί στις αθλητικές του επιδόσεις και στη σωματική του διάπλαση, με ιδιαίτερη έμφαση στα οπίσθιά του.
Σε προεκλογική συγκέντρωση στο Μίσιγκαν, όπου επίσης διεξάγεται μια εξαιρετικά οριακή αναμέτρηση, ο Τραμπ σχολίασε παρεμπιπτόντως και τη σωματική διάπλαση της ράπερ Νίκι Μινάζ, χαρακτηρίζοντας τα οπίσθιά της “δύσκολο να περάσουν απαρατήρητα” και “όμορφα”.
Το απρόβλεπτο και συχνά αυτοσχεδιαστικό ύφος του Αμερικανού προέδρου εξακολουθεί να ενθουσιάζει τους πιο πιστούς υποστηρικτές του, οι οποίοι εδώ και χρόνια το εκλαμβάνουν ως ένδειξη αυθεντικότητας και πολιτικής αμεσότητας, αναφέρει δημοσίευμα του Bloomberg. Σε μια εκλογική αναμέτρηση, ωστόσο, όπου οι ψηφοφόροι κατατάσσουν την οικονομία και την υγειονομική περίθαλψη στα σημαντικότερα ζητήματα, τέτοιου είδους παρεκκλίσεις από την κεντρική πολιτική ατζέντα ενδέχεται να λειτουργήσουν εις βάρος του ίδιου του κόμματός του.
Στις ομιλίες του, ο Τραμπ αναφέρεται βεβαίως και στις βασικές οικονομικές θέσεις των Ρεπουμπλικανών. Προβάλλει τις φορολογικές ελαφρύνσεις στις παροχές κοινωνικής ασφάλισης και στις υπερωρίες, τις δεσμεύσεις για επενδύσεις στη μεταποίηση και άλλα οικονομικά μέτρα που, σύμφωνα με την κυβέρνησή του, θα ενισχύσουν τα εισοδήματα και την απασχόληση.
Ωστόσο, τα μηνύματα αυτά συχνά επισκιάζονται από τις υπόλοιπες αναφορές και παρεμβάσεις του προέδρου.
Αμφιλεγόμενες παρεμβάσεις και πολιτικό κόστος
Στο Οχάιο, ο Τραμπ υπερασπίστηκε επίσης μια προεκλογική διαφήμιση του Ρεπουμπλικανού υποψηφίου για την κυβερνητική θέση, Βίβεκ Ραμασουάμι. Στο επίμαχο βίντεο εμφανίζεται η αποξενωμένη μητέρα της Δημοκρατικής αντιπάλου του, Έιμι Άκτον, να χαρακτηρίζει την κόρη της ψεύτρα.
Η διαφήμιση έχει προκαλέσει αντιδράσεις, με στελέχη των Ρεπουμπλικανών να εκφράζουν ανησυχίες ότι το αρνητικό κλίμα που δημιουργείται ενδέχεται να επηρεάσει συνολικά τους υποψηφίους του κόμματος στην πολιτεία.
Ο Τραμπ έχει κερδίσει το Οχάιο και στις τρεις προεδρικές εκλογικές αναμετρήσεις στις οποίες συμμετείχε. Ωστόσο, δημοσκόπηση του Marist Poll τον Οκτώβριο έδειξε ότι μόλις το 43% των ερωτηθέντων εγκρίνει τον τρόπο με τον οποίο ασκεί τα προεδρικά του καθήκοντα, έναντι 55% που εκφράζει αρνητική γνώμη.
Ρεπουμπλικανός αξιωματούχος, ο οποίος μίλησε υπό καθεστώς ανωνυμίας, αναγνώρισε ότι το εκλογικό περιβάλλον είναι ιδιαίτερα δύσκολο για το κόμμα, καθώς τα ποσοστά αποδοχής του Τραμπ βρίσκονται σημαντικά κάτω από τα επίπεδα αποδοκιμασίας σε πολλές πολιτείες.
Όπως σημείωσε, στην τελική ευθεία προς την κάλπη οι Ρεπουμπλικανοί θα πρέπει να επαναφέρουν στο προσκήνιο τις βασικές πολιτικές τους δεσμεύσεις, δίνοντας έμφαση σε ζητήματα όπως η μείωση της φορολογίας.
Ακόμη και όταν ο Τραμπ επιχειρεί να αναφερθεί στο υψηλό κόστος διαβίωσης, το οποίο αποτελεί τη μεγαλύτερη πολιτική του αδυναμία, η επιχειρηματολογία του εμφανίζεται συχνά αντιφατική. Αρχικά χαρακτήρισε την ανησυχία των πολιτών για την προσιτή τιμή βασικών αγαθών ως κατασκευασμένο ζήτημα και στη συνέχεια υποστήριξε ότι η κυβέρνησή του έχει ήδη σημειώσει πρόοδο, επιρρίπτοντας παράλληλα την ευθύνη για τον υψηλό πληθωρισμό στον προκάτοχό του, Τζο Μπάιντεν.
Ιδιαίτερα έντονο συμβολισμό για την οικονομική πίεση που αντιμετωπίζουν τα αμερικανικά νοικοκυριά έχουν αποκτήσει οι αυξημένες τιμές των καυσίμων στα πρατήρια, ως αποτέλεσμα του πολέμου στο Ιράν.
Ο Τραμπ επιμένει ότι οι τιμές θα υποχωρήσουν αμέσως μετά τις ενδιάμεσες εκλογές. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, απειλεί με νέες στρατιωτικές επιθέσεις κατά του Ιράν, κινήσεις που ενδέχεται να παρατείνουν τη σύγκρουση και να προκαλέσουν περαιτέρω αναταράξεις στον ενεργειακό εφοδιασμό.
Από το 2015 μέχρι σήμερα: Το πολιτικό στοίχημα των μαζικών συγκεντρώσεων
Ο Τραμπ ξεκίνησε τις χαρακτηριστικές προεκλογικές του συγκεντρώσεις το 2015, όταν διεκδικούσε για πρώτη φορά το χρίσμα και την προεδρία των ΗΠΑ, σε μια υποψηφιότητα που τότε θεωρούνταν από πολλούς εξαιρετικά δύσκολο να επικρατήσει.
Οι συγκεντρώσεις του, με τον έντονο παλμό, την ανεπιτήδευτη ρητορική και τις συχνές επιθέσεις κατά του πολιτικού κατεστημένου, αποτέλεσαν βασικό εργαλείο της πολιτικής του ανόδου. Απευθυνόμενος κυρίως σε απογοητευμένους εργαζομένους και ψηφοφόρους της παραδοσιακής εργατικής τάξης, ο Τραμπ εγκατέλειψε την καθιερωμένη πολιτική γλώσσα και υιοθέτησε έναν άμεσο, συγκρουσιακό τρόπο επικοινωνίας, ο οποίος συνέβαλε καθοριστικά στην εκλογική του επικράτηση.
Το 2024 επέστρεψε στην ίδια στρατηγική, χρησιμοποιώντας τις συγκεντρώσεις του για να επιτεθεί στους Δημοκρατικούς και να επαναλάβει τις δεσμεύσεις του προς τους εργαζομένους: αποφυγή νέων πολεμικών εμπλοκών στο εξωτερικό, μείωση των τιμών της βενζίνης και αντιμετώπιση των πληθωριστικών πιέσεων που είχαν ενταθεί μετά την πανδημία της Covid-19.
Φέτος, ωστόσο, οι δηλώσεις του στις προεκλογικές εκδηλώσεις έχουν συχνά επισκιάσει την ίδια την πολιτική επιχειρηματολογία του, με τα δημοσιεύματα και τη δημόσια συζήτηση να επικεντρώνονται σε ασυνήθιστα σχόλια και προσωπικές αιχμές.
Τις τελευταίες ημέρες, μάλιστα, αναζωπύρωσε την αντιπαράθεσή του με τον πρώην πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα, ο οποίος είχε σχολιάσει σκωπτικά ότι οι χρυσοποίκιλτες ανακαινίσεις που πραγματοποιεί ο Τραμπ στον Λευκό Οίκο θυμίζουν την περίπτωση όπου “ο Σαντάμ Χουσεΐν άνοιξε ένα Cheesecake Factory”.
Παράλληλα, ο Αμερικανός πρόεδρος δεν δίστασε να αστειευτεί ακόμη και εις βάρος των δικών του υποστηρικτών. Αναφερόμενος στις επιταγές των 5.000 δολαρίων που έχει υποσχεθεί ότι θα λάβουν οι ψηφοφόροι του εάν διατηρήσουν οι Ρεπουμπλικανοί τον έλεγχο του Κογκρέσου, σχολίασε ότι ακόμη και με αυτά τα χρήματα θα μπορούσαν το πολύ να αγοράσουν “ένα χάμπουργκερ και ίσως ένα μικρό επιδόρπιο” στο θέρετρό του, το Μαρ-α-Λάγκο, στη Φλόριντα.
Οι Δημοκρατικοί διευρύνουν την εκλογική τους επίθεση
Την ίδια ώρα, οι Δημοκρατικοί επιχειρούν να διευρύνουν το πεδίο της εκλογικής τους μάχης, υιοθετώντας πιο επιθετική στρατηγική ακόμη και σε πολιτείες που παραδοσιακά αποτελούν προπύργια των Ρεπουμπλικανών.
Στελέχη της εκστρατείας τους περιγράφουν μια συγκυρία που συνδυάζει πολλαπλές πιέσεις για το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, με κυριότερη την οικονομική δυσαρέσκεια των πολιτών, η οποία, όπως υποστηρίζουν, συνδέεται άμεσα με τις πολιτικές της κυβέρνησης Τραμπ.
Η εκλογική επιτροπή των Δημοκρατικών για τη Βουλή των Αντιπροσώπων έχει ήδη προχωρήσει σε αγορές διαφημιστικού χρόνου στη δεύτερη εκλογική περιφέρεια του Κάνσας, μια περιοχή όπου ο Τραμπ είχε επικρατήσει με άνεση σε προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις. Παράλληλα, διαφημιστική εκστρατεία έχει σχεδιαστεί και στην περιφέρεια που εκπροσωπεί ο Ρίτσαρντ Χάντσον, επικεφαλής της αντίστοιχης εκλογικής επιτροπής των Ρεπουμπλικανών για τη Βουλή.
Παρά το γεγονός ότι το σημερινό πολιτικό κλίμα και οι ιστορικές εκλογικές τάσεις δημιουργούν ευνοϊκές προϋποθέσεις για τους Δημοκρατικούς, μια σαρωτική νίκη την Τρίτη δεν θεωρείται δεδομένη.
Υπάρχει, άλλωστε, το προηγούμενο των ενδιάμεσων εκλογών του 2022, όταν οι Ρεπουμπλικανοί, ως αντιπολίτευση απέναντι στην κυβέρνηση Μπάιντεν, κατέγραψαν τελικά χαμηλότερες επιδόσεις από εκείνες που προέβλεπαν οι δημοσκοπήσεις και οι αρχικές εκτιμήσεις.
Η περιοδεία του Τραμπ έχει επικεντρωθεί κυρίως σε παραδοσιακά ρεπουμπλικανικά προπύργια, με στόχο τη συσπείρωση των συντηρητικών ψηφοφόρων. Η επιλογή αυτή, ωστόσο, αποτυπώνει και την ανησυχία που προκαλεί στους Ρεπουμπλικανούς η χαμηλή δημοτικότητα ενός προέδρου όταν το κόμμα καλείται να υπερασπιστεί έδρες σε πολιτικά αμφίρροπες περιφέρειες.
Παρά τις δυσκολίες, στελέχη των Ρεπουμπλικανών διατηρούν την αισιοδοξία τους ότι οι ψηφοφόροι στις παραδοσιακά συντηρητικές περιοχές θα προσέλθουν μαζικά στις κάλπες και θα στηρίξουν το κόμμα. Μακροχρόνιος πολιτικός σύμβουλος των Ρεπουμπλικανών εκτιμά ότι οι συγκεντρώσεις του Τραμπ μπορούν να συμβάλουν καθοριστικά στην κινητοποίηση αυτής της εκλογικής βάσης.
Το τελευταίο χαρτί του Τραμπ είναι η προσωπική σχέση με τη βάση του
Σε μεγάλο βαθμό, ο Αμερικανός πρόεδρος ποντάρει στην προσωπική σχέση που έχει οικοδομήσει με τους πιστούς οπαδούς του κινήματος MAGA, οι οποίοι συνέβαλαν καθοριστικά στην εκλογή του στον Λευκό Οίκο δύο φορές.
Ο ίδιος επαναλαμβάνει συχνά ότι είναι ο μοναδικός Ρεπουμπλικανός πολιτικός που διαθέτει τη δυνατότητα να κινητοποιεί μαζικά τους ψηφοφόρους και να τους οδηγεί στις κάλπες.
Την Παρασκευή, εξηγώντας γιατί αποφάσισε τελικά να πραγματοποιήσει δύο διαδοχικές προεκλογικές συγκεντρώσεις την Κυριακή στην Αϊόβα και το Κάνσας, παρά το γεγονός ότι αρχικά είχαν ακυρωθεί, ο Τραμπ υποστήριξε ότι η απόφασή του οφειλόταν στο γεγονός ότι οι υποστηρικτές του ζητούσαν να βρεθεί κοντά τους.
“Μου το ζήτησαν”, δήλωσε χαρακτηριστικά. “Οπότε θα κάνω δύο συγκεντρώσεις την Κυριακή”.
Ακολούθησε το Politics24
Οι σημαντικότερες πολιτικές ειδήσεις και αναλύσεις, χωρίς περιττό θόρυβο.