Την άνοιξη του 1986, η Βαλεντίνα Ροσόλοβα ήταν μια έμπειρη γιατρός. Έχοντας σπουδάσει Ιατρική στην Οδησσό και έχοντας ήδη διανύσει μια πορεία στη μαιευτική, την παιδιατρική και τη μικροβιολογία, εργαζόταν σε ένα εργαστήριο, που συνδύαζε μικροβιολογία, ακτινολογία και τοξικολογία.
Στις 26 Απριλίου, όταν εξερράγη ο τέταρτος αντιδραστήρας του πυρηνικού σταθμού “Βλαντίμιρ Ίλιτς Λένιν” στο Τσερνομπίλ, εκείνη δεν ήξερε τίποτα. Κανείς δεν ήξερε… Οι σοβιετικές αρχές καθυστέρησαν να ενημερώσουν τόσο τον πληθυσμό της χώρας όσο και τη διεθνή κοινότητα. Χρειάστηκε να περάσουν δύο ημέρες και Σουηδοί τεχνικοί σε πυρηνικό σταθμό περίπου 1.000 χλμ μακριά να εντοπίσουν υψηλά επίπεδα ραδιενέργειας ώστε να σημάνει συναγερμός και να γίνει γνωστή η χειρότερη πυρηνική καταστροφή στην Ιστορία.
“Πήγαινα για να δω τη μητέρα μου στην Οδησσό”, αφηγείται στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων η Βαλεντίνα, που σήμερα ζει ως πρόσφυγας πολέμου στην Περαία της Θεσσαλονίκης. “Την ημέρα της έκρηξης ήμουν καθ’ οδόν προς την Οδησσό. Θυμάμαι μια περίεργη βροχή-ζεστή, ασυνήθιστη… Δεν ξέραμε τι ήταν. Αργότερα καταλάβαμε ότι ερχόταν από εκεί”. Τότε, ήταν απλώς άνοιξη. Οι άνθρωποι περπατούσαν, γιόρταζαν το “ξύπνημα” της φύσης από τον λήθαργο του χειμώνα.
“Ήταν έγκλημα”, λέει σήμερα. “Μπορούσαν να μας είχαν πει να μείνουμε στα σπίτια, αντί να περπατάμε αμέριμνοι στους δρόμους”.
Το εργαστήριο της αόρατης απειλής
Όταν επέστρεψε στη δουλειά της, στο Χάρκοβο, όλα είχαν αλλάξει. Το εργαστήριο γέμισε δείγματα: τρόφιμα από όλη την Ουκρανία. Ψωμί, γάλα, μανιτάρια, φρούτα. Η δουλειά της ήταν να μετρά τη ραδιενέργεια.
“Στην αρχή δεν γνωρίζαμε τίποτα. Όταν επιστρέψαμε, είχαν ήδη αρχίσει οι έλεγχοι. Πηγαίναμε στο εργαστήριο και μετρούσαμε ραδιενέργεια σε τρόφιμα -φρούτα, γάλα, τυριά. Τα σύννεφα είχαν ταξιδέψει πολύ μακριά. Ακόμα και εκατοντάδες χιλιόμετρα απόσταση δεν σήμαινε ασφάλεια… Δούλευα με δείγματα κάθε μέρα. Υπήρχε πολύς φόβος. Δεν φορούσαμε μάσκες, μόνο γάντια. Καθόμασταν σε υπόγεια εργαστήρια και μετρούσαμε. Ήταν πολλή δουλειά, συνεχόμενη. Για χρόνια -τουλάχιστον τρία- ελέγχαμε τα πάντα”, εξιστορεί η Βαλεντίνα.
Θυμάται μια σκηνή που έμεινε χαραγμένη ανεξίτηλα στη μνήμη της: φεύγοντας από την Οδησσό, η θεία της τής είχε δώσει ένα δοχείο με μούρα. “Είπα στους συναδέλφους μου να κάνουν τις απαραίτητες μετρήσεις. Μια φίλη πετάχτηκε όρθια, κόκκινη από ένταση: ” Με δοκιμάζεις; Αυτά δεν είναι από την Οδησσό, είναι από το Τσερνομπίλ”, μου είπε”.
“Ο κόσμος φοβόταν. Άλλοι αγόραζαν τρόφιμα, άλλοι όχι. Τα μανιτάρια τα απέφευγαν όλοι. Το γάλα και τα τυριά επίσης, γιατί μπορούσαν να μεταφέρουν ραδιενέργεια. Κανείς δεν ήξερε τι είναι ασφαλές και τι όχι”, θα πει στο - η Βαλεντίνα Ροσόλοβα, που στα 80 της χρόνια έχει ζήσει μια -αν μη τι άλλο- αφηγήσιμη ζωή.
Φόβος, σιωπή και μετά …συνήθεια
Στις πρώτες μέρες, ο φόβος ήταν απόλυτος. Οι άνθρωποι έκλειναν τα παράθυρα -“βάζαμε γύρω από τα ξύλινα κουφώματα κόλλα”, θα πει. Κι όμως, όπως συμβαίνει συχνά, ο φόβος μετατράπηκε σιγά σιγά σε ρουτίνα. “Μετά το συνηθίσαμε”, παραδέχεται. “Αυτό είναι το πιο επικίνδυνο πράγμα· να συνηθίζεις τον φόβο”.
Οι συνέπειες δεν σταμάτησαν τότε. Ο πατέρας της πέθανε από καρκίνο και η ίδια είναι πεπεισμένη ότι σχετίζεται με το Τσερνόμπιλ. “Ο πατέρας μου πέθανε από καρκίνο και πάντα έλεγε ότι ήταν από το Τσερνόμπιλ. Τότε πέθαναν πολλοί άνθρωποι. Υπήρχε πόνος, φόβος… αλλά σιγά σιγά ο κόσμος το συνήθισε. Συνέχισε να ζει, γιατί δεν υπήρχε άλλη επιλογή”, λέει και αμέσως το καταγάλανο βλέμμα της, που παρά τις δοκιμασίες των οχτώ δεκαετιών ζωής παραμένει καθαρό, σκοτεινιάζει.
Για τρία χρόνια, κάθε τρόφιμο περνούσε από αυστηρούς ελέγχους. Τίποτα δεν έφτανε στην αγορά χωρίς έγκριση. Μετά, οι έλεγχοι έγιναν δειγματοληπτικοί. Η ζωή -ή κάτι που της έμοιαζε- συνεχίστηκε… Και κάπου εκεί, χωρίς να το καταλάβει τότε, έμαθε κάτι που θα την ακολουθούσε δεκαετίες μετά: πώς είναι να ζεις μέσα σε έναν αόρατο κίνδυνο και να συνεχίζεις.
Από την αόρατη απειλή στην ορατή καταστροφή
Χρόνια αργότερα, η Βαλεντίνα θα βρεθεί ξανά μπροστά σε έναν διαφορετικό κίνδυνο, αυτόν του πολέμου. Όχι αόρατο αυτή τη φορά, αλλά εκκωφαντικά παρόν. Το Χάρκοβο επιστρέφει στην αφηγήσή της -αυτή τη φορά όχι ως εργαστήριο που μετρά ραδιενέργεια, αλλά ως πεδίο μάχης. Και το παρόν αρχίζει να μοιάζει με το παρελθόν, με έναν παράδοξο τρόπο: τότε ο κίνδυνος δεν φαινόταν αλλά ήταν παντού. Τώρα φαίνεται και είναι εξίσου παντού.
“Κρυφτήκαμε στο υπόγειο. Στο Χάρκοβο. Και έξω γινόταν μάχη, στα προάστια”. Το επαναλαμβάνει, όπως τότε επαναλαμβάνονταν οι μετρήσεις στο εργαστήριο. Σαν να χρειάζεται ρυθμό για να αντέξει το βάρος της αφήγησης. “Μείναμε έξι ημέρες. Το συνηθίσαμε”, λέει. Η ίδια φράση. Η ίδια προσαρμογή. Όπως με τη ραδιενέργεια, έτσι και με τον πόλεμο, ο άνθρωπος συνηθίζει…
Αεροπλάνα περνούσαν. Βόμβες έπεφταν. Την έκτη ημέρα, η ένταση κορυφώθηκε. “Ήταν σαν ηλεκτρικό σοκ”, θυμάται. Και τότε; “Τότε, εξαφανίστηκα… Άρχισα να τρέχω. Δεν πήρα τίποτα μαζί μου. Ούτε χρήματα, ούτε πράγματα”. Το κεφάλι της άδειο -όπως τότε, μπροστά σε κάτι που δεν μπορούσε να κατανοήσει πλήρως. “Δεν σκεφτόμουν. Έτρεχα σαν μια κατσαρίδα…”.
Η πορεία της, όπως και μετά το Τσερνόμπιλ, συνεχίστηκε χωρίς σαφή κατεύθυνση. Βρέθηκε στην Πολωνία, όπου μια γυναίκα οδηγεί εκατοντάδες χιλιόμετρα για να τη βρει. Της δίνει το κρεβάτι της. Τη φροντίζει. Για έναν μήνα, κάποιος άλλος φροντίζει να κρατήσει τη ζωή της στη θέση της, όπως τότε οι μετρήσεις κρατούσαν τον φόβο σε όρια.
Από την κόλαση του πολέμου στον παράδεισο της Θεσσαλονίκης
Σήμερα, η Βαλεντίνα ζει στη Θεσσαλονίκη και μαθαίνει ελληνικά -αλλάζει, μάλιστα, δυο λεωφορεία για να φτάσει στο κέντρο της πόλης, όπου γίνονται τα μαθήματα. Παρά τα όσα έχει ζήσει, θέλει κάποια στιγμή να νιώσει αρκετά ασφαλής ώστε να γυρίσει πίσω. “Θέλω να γυρίσω σπίτι. Αλλά φοβάμαι τους βομβαρδισμούς. Κάθε μέρα κάτι εκρήγνυται. Στην πολυκατοικία μου πέθαναν οκτώ άνθρωποι από το στρες”, αφηγείται στο -. Ο τόνος στη φωνή της δεν αλλοιώνεται, αλλά το βάρος των λέξεων είναι αισθητό. Πρόσφατα, μια δασκάλα και ένα παιδί -γνωστοί της- σκοτώθηκαν. “Όταν το βλέπεις στις ειδήσεις, είναι σαν ταινία. Όταν είναι δικοί σου άνθρωποι, είναι αλλιώς”.
Όσο διαρκεί ο πόλεμος, για την ίδια “σπίτι” της θα είναι η Ελλάδα. “Εδώ νιώθω καλά. Οι άνθρωποι είναι καλοί. Οι γιατροί με αντιμετωπίζουν σαν συνάδελφο”. Θυμάται πώς ένιωσε, όταν πρωτοπάτησε το πόδι της στη Θεσσαλονίκη. “Ήταν σαν παράδεισος. Ζέστη. Κανονικότητα. Ανθρώπινη επαφή”…
Η αόρατη κληρονομιά του Τσερνομπίλ
Σαράντα χρόνια μετά, το Τσερνομπίλ δεν είναι μόνο μια ζώνη αποκλεισμού. Είναι μια εμπειρία που επαναλαμβάνεται με άλλες μορφές: αόρατοι κίνδυνοι, καθυστερημένες αλήθειες, κοινωνίες που μαθαίνουν να ζουν με το αδιανόητο. Η Βαλεντίνα το έχει ζήσει δύο φορές. Πρώτα, με μια βροχή που δεν ήξερε τι κουβαλούσε. Τώρα, με έναν πόλεμο που ξέρει πολύ καλά τι σημαίνει. Και ανάμεσα στα δύο, μια ολόκληρη ζωή που συνεχίζεται · με φόβο, με μνήμη, αλλά και με μια επίμονη, σχεδόν πεισματική, ανάγκη να χαμογελά.
Σαράντα χρόνια μετά την Καταστροφή του Τσερνομπίλ, η ιστορία της Βαλεντίνας δεν μοιάζει με μακρινό ιστορικό επεισόδιο. Είναι μια ζωντανή μνήμη που διασχίζει σύνορα, εποχές και πολέμους -από τα εργαστήρια της Σοβιετικής Ένωσης μέχρι ένα διαμέρισμα στην Περαία Θεσσαλονίκης, όπου σήμερα η Βαλεντίνα ζει ως πρόσφυγας πόλεμου.