
Τα κέντρα απελάσεων εκτός ΕΕ αποτελούν εδώ και χρόνια αντικείμενο πολιτικής και νομικής αντιπαράθεσης. Προηγούμενες πρωτοβουλίες προσέκρουσαν σε νομικά εμπόδια, ωστόσο η λεγόμενη “ομάδα των πέντε” – αποτελούμενη από την Ελλάδα, τη Γερμανία, την Αυστρία, τη Δανία και την Ολλανδία – θεωρεί ότι πλέον διαθέτει το κατάλληλο θεσμικό πλαίσιο.
Σε συνέντευξή του στον ANT1, ο υπουργός Μετανάστευσης Θάνος Πλεύρης δήλωσε ότι το πρώτο “κέντρο επιστροφής” (return hub) αναμένεται να λειτουργήσει το δεύτερο εξάμηνο του 2027, περίοδο κατά την οποία η Ελλάδα θα ασκεί την Προεδρία του Συμβουλίου της ΕΕ. Ο Πλεύρης ανέφερε ότι έχει επιλεγεί μία αφρικανική χώρα, χωρίς να κατονομάσει ποια. Κατά καιρούς έχουν αναφερθεί η Ρουάντα και η Ουγκάντα, χωρίς να έχει υπάρξει επίσημη επιβεβαίωση.
Όχι κλειστά κέντρα κράτησης
Σύμφωνα με τον υπουργό, δεν πρόκειται για κλειστές δομές κράτησης. Το σχέδιο προβλέπει ανοιχτές εγκαταστάσεις όπου θα παραμένουν άτομα των οποίων η αίτηση ασύλου έχει απορριφθεί, έως ότου ολοκληρωθεί η επιστροφή τους στη χώρα προέλευσης.
Η ευθύνη για τους διαμένοντες θα παραμένει στα πέντε συμμετέχοντα κράτη-μέλη και δεν θα μεταβιβάζεται στη χώρα-εταίρο. Η χρηματοδότηση θα καλύπτεται επίσης από τα ίδια τα κράτη. Παράλληλα, προβλέπεται εποπτεία από οργανισμούς όπως η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (UNHCR) και ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης (IOM), ώστε να διασφαλίζεται η τήρηση των διεθνών προτύπων προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Προηγούμενες απόπειρες
Αρκετές χώρες έχουν επιχειρήσει τα τελευταία χρόνια να μεταφέρουν διαδικασίες ασύλου ή επιστροφών εκτός της επικράτειάς τους, με περιορισμένα αποτελέσματα.
Στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι κυβερνήσεις των Μπόρις Τζόνσον και Ρίσι Σούνακ επιχείρησαν να στείλουν αιτούντες άσυλο στη Ρουάντα. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε το σχέδιο παράνομο, επικαλούμενο τον κίνδυνο επαναπροώθησης προσώπων σε χώρες όπου θα μπορούσαν να υποστούν διώξεις. Παρά τη δαπάνη περίπου 715 εκατ. λιρών, μόνο τέσσερα άτομα μεταφέρθηκαν οικειοθελώς στη Ρουάντα.
Στην Ιταλία, η κυβέρνηση της Τζόρτζια Μελόνι δημιούργησε κέντρα στην Αλβανία για την ταχεία επεξεργασία αιτήσεων ασύλου. Ωστόσο, τα ιταλικά δικαστήρια ανέστειλαν τις πρώτες μεταφορές. Στη συνέχεια, μία από τις δομές μετατράπηκε σε κέντρο απελάσεων για άνδρες των οποίων οι αιτήσεις ασύλου είχαν απορριφθεί οριστικά. Από το 2025 έχουν μεταφερθεί εκεί περίπου 500 άτομα, ενώ το συνολικό κόστος έως το 2028 εκτιμάται σε πάνω από 670 εκατομμύρια ευρώ.
Η Δανία είχε επίσης νομοθετήσει το 2021 τη δυνατότητα μεταφοράς αιτούντων άσυλο σε τρίτες χώρες και διεξήγαγε διαπραγματεύσεις με τη Ρουάντα. Το σχέδιο εγκαταλείφθηκε το 2023 έπειτα από νομικές και πολιτικές αντιδράσεις, με την Κοπεγχάγη να στρέφεται σε ευρωπαϊκές συνεργασίες για συμφωνίες επιστροφών.
Αλλαγή νομικού πλαισίου
Βασικό εμπόδιο στο παρελθόν ήταν ότι τα δικαστήρια απαιτούσαν συχνά να υπάρχει προσωπικός δεσμός του μετανάστη με την τρίτη χώρα. Η αναθεωρημένη ευρωπαϊκή νομοθεσία για το άσυλο επιτρέπει πλέον, υπό προϋποθέσεις, τη μεταφορά σε ασφαλή τρίτη χώρα ακόμα και χωρίς τέτοιον δεσμό, εφόσον υπάρχει σχετική συμφωνία.
Παράλληλα, πολιτική συμφωνία έχει επιτευχθεί και για τον νέο Κανονισμό της ΕΕ για τις επιστροφές, ο οποίος δημιουργεί κοινό ευρωπαϊκό πλαίσιο για τέτοιους “κόμβους επιστροφής”.
Σε αντίθεση με προηγούμενα σχέδια, οι διαδικασίες ασύλου δεν θα διεξάγονται εκτός ΕΕ. Τα κέντρα θα φιλοξενούν μόνο άτομα των οποίων οι αιτήσεις έχουν ήδη απορριφθεί τελεσίδικα, ενώ η χρηματοδότηση και η εποπτεία θα παραμένουν στην ευθύνη κρατών-μελών της ΕΕ.
Επιφυλάξεις από οργανώσεις
Οι υποστηρικτές του σχεδίου εκτιμούν ότι το νέο μοντέλο είναι πιο ανθεκτικό σε νομικές προσφυγές. Ωστόσο, οργανώσεις όπως οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα και η Διεθνής Αμνηστία αμφισβητούν κατά πόσο μπορούν να διασφαλιστούν αποτελεσματικά η ανεξάρτητη εποπτεία, η νομική συνδρομή και η ιατρική φροντίδα.
Επιπλέον, επισημαίνουν ότι η εμπειρία από ανάλογα εγχειρήματα δείχνει πως το κόστος κατασκευής, φύλαξης και μεταφοράς είναι ιδιαίτερα υψηλό, ενώ ο αριθμός των τελικών επιστροφών παραμένει περιορισμένος. Επιμέλεια: Ιοκάστη Κροντήρη
- Deutsche Welle
Ακολούθησε το Politics24
Οι σημαντικότερες πολιτικές ειδήσεις και αναλύσεις, χωρίς περιττό θόρυβο.