Κέρδη-ρεκόρ, που αναμένεται να ξεπεράσουν τα 95 δισ. δολάρια, ετοιμάζονται να καταγράψουν οι μεγαλύτερες πετρελαϊκές εταιρείες του κόσμου κατά το τρίτο τρίμηνο του έτους, επωφελούμενες από την άνοδο των τιμών του πετρελαίου και των υπόλοιπων ορυκτών καυσίμων εξαιτίας του πολέμου στη Μέση Ανατολή.
Η εκτίμηση προκύπτει από ανάλυση της επενδυτικής χρηματιστηριακής εταιρείας AJ Bell, σύμφωνα με την οποία εννέα από τους μεγαλύτερους εισηγμένους παραγωγούς πετρελαίου παγκοσμίως οδεύουν προς συνολικά κέρδη άνω των 95 δισ. δολαρίων για το τρίμηνο έως τα τέλη Σεπτεμβρίου.
Το νέο κύμα υπερκερδών έρχεται επτά μήνες μετά την έναρξη της πολεμικής σύγκρουσης ΗΠΑ και Ισραήλ με το Ιράν, η οποία προκάλεσε ισχυρούς κραδασμούς στην παγκόσμια αγορά ενέργειας, οδηγώντας τις τιμές του πετρελαίου ακόμη και πάνω από τα 126 δολάρια το βαρέλι, σύμφωνα με τον βρετανικό Guardian.
Είχε προηγηθεί ένα επίσης ιδιαίτερα κερδοφόρο δεύτερο τρίμηνο, κατά το οποίο οι ίδιες εταιρείες είχαν αποκομίσει συνολικά 96 δισ. δολάρια.
Οι ενεργειακοί κολοσσοί αξιοποίησαν τη μεγαλύτερη διαταραχή στην ιστορία της αγοράς ορυκτών καυσίμων, όσον αφορά την προσφορά, για να ενισχύσουν την κερδοφορία τους. Ωστόσο, περιβαλλοντικές οργανώσεις προειδοποιούν ότι το κόστος μεταφέρεται στα νοικοκυριά, τα οποία επιβαρύνονται με υψηλότερους λογαριασμούς ενέργειας, ενώ παράλληλα εντείνονται οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.
Η Saudi Aramco στην κορυφή της κερδοφορίας
Στην πρώτη θέση της κατάταξης των πιο κερδοφόρων πετρελαϊκών εταιρειών αναμένεται να βρεθεί για ακόμη ένα τρίμηνο η κρατική Saudi Aramco.
Οι αναλυτές εκτιμούν ότι ο σαουδαραβικός ενεργειακός όμιλος, με χρηματιστηριακή αποτίμηση περίπου 1,7 τρισ. δολαρίων, θα ανακοινώσει αύξηση 7% στα καθαρά κέρδη του τρίτου τριμήνου, τα οποία αναμένεται να φθάσουν τα 30 δισ. δολάρια.
Ο Guardian επισημαίνει ότι η επίδοση αποκτά ιδιαίτερη σημασία δεδομένου ότι οι ενεργειακές εγκαταστάσεις της εταιρείας έχουν βρεθεί στο στόχαστρο επιθέσεων από δυνάμεις των Χούθι, που υποστηρίζονται από το Ιράν.
Το περιβαλλοντικό αποτύπωμα της Aramco είναι επίσης ιδιαίτερα βαρύ. Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων Carbon Majors, η παραγωγή ορυκτών καυσίμων της εταιρείας ευθύνεται για περισσότερες εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα από οποιαδήποτε άλλη επιχείρηση στην ιστορία.
Στη σχετική κατάταξη ακολουθούν οι αμερικανικοί όμιλοι Chevron και ExxonMobil, ενώ στη δεκάδα περιλαμβάνονται επίσης οι Shell και BP.
Ιδιαίτερα ισχυρή ήταν και η επίδοση της βρετανικής BP, η οποία ανακοίνωσε την περασμένη εβδομάδα κέρδη 8,46 δισ. δολαρίων για την περίοδο Ιουλίου-Σεπτεμβρίου, καταγράφοντας την καλύτερη τριμηνιαία επίδοσή της από το 2008.
Τα διυλιστήρια ενισχύουν τα περιθώρια κέρδους
Καθοριστικό ρόλο στην εκτίναξη της κερδοφορίας του κλάδου διαδραμάτισαν οι δραστηριότητες διύλισης.
Οι συγκεκριμένοι τομείς επωφελήθηκαν από τις υψηλότερες τιμές των πετρελαϊκών προϊόντων, ενώ παράλληλα κάλυψαν μέρος του κενού στην προσφορά που δημιουργήθηκε μετά τον πόλεμο με το Ιράν και τις διαταραχές στις ενεργειακές μεταφορές μέσω των Στενών του Ορμούζ.
Η περιορισμένη διαθεσιμότητα πετρελαίου και διυλισμένων προϊόντων ενίσχυσε τα περιθώρια διύλισης, προσφέροντας πρόσθετη ώθηση στα οικονομικά αποτελέσματα των μεγάλων ενεργειακών ομίλων.
Ωστόσο, η εκρηκτική κερδοφορία της πετρελαϊκής βιομηχανίας έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις από περιβαλλοντικές οργανώσεις, οι οποίες ζητούν να αυξηθεί η συνεισφορά των εταιρειών στην αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης.
Ο Μάικ Τσάιλντς, από την περιβαλλοντική οργάνωση Friends of the Earth, υποστήριξε ότι οι πετρελαϊκοί όμιλοι αποκομίζουν τεράστια κέρδη την ώρα που εκατομμύρια νοικοκυριά δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στο ενεργειακό κόστος και οι περιβαλλοντικές πιέσεις εντείνονται.
Όπως ανέφερε, αντί να διοχετεύουν κεφάλαια σε φθηνότερες εγχώριες ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, οι οποίες θα μπορούσαν να μειώσουν τους λογαριασμούς, να ενισχύσουν την ενεργειακή ασφάλεια και να δημιουργήσουν νέες θέσεις εργασίας, οι εταιρείες ορυκτών καυσίμων επιδιώκουν να εξασφαλίσουν άδειες για περαιτέρω εξορύξεις πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Κατά τον ίδιο, μια τέτοια στρατηγική παρατείνει την εξάρτηση από ένα ρυπογόνο ενεργειακό μοντέλο, το οποίο επιταχύνει την κλιματική αποσταθεροποίηση και εκθέτει τις τοπικές κοινωνίες σε ακραία καιρικά φαινόμενα, όπως καύσωνες, πλημμύρες και ισχυρές καταιγίδες.
Ο εκπρόσωπος της Friends of the Earth κάλεσε τις κυβερνήσεις να επιταχύνουν τη μετάβαση στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, να ενισχύσουν την ενεργειακή αποδοτικότητα των κατοικιών και να περιορίσουν την εξάρτηση από τις ευμετάβλητες διεθνείς αγορές ορυκτών καυσίμων. Παράλληλα, ζήτησε από τις εταιρείες που αποκομίζουν δισεκατομμύρια από το υφιστάμενο ενεργειακό σύστημα να αναλάβουν μεγαλύτερο μέρος του κόστους της μετάβασης.
Στο στόχαστρο οι επιδοτήσεις και το πετρελαϊκό πεδίο Rosebank
Αντίστοιχες αντιδράσεις καταγράφονται και στη Βρετανία, όπου περιβαλλοντικές οργανώσεις θέτουν υπό αμφισβήτηση τη συνέχιση των κρατικών ενισχύσεων προς έναν κλάδο που καταγράφει κέρδη δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων σε τριμηνιαία βάση.
Ο Ρόμπιν Γουέλς, διευθυντής της περιβαλλοντικής οργάνωσης Fossil Free London, διερωτήθηκε γιατί η βρετανική κυβέρνηση εξακολουθεί να επιδοτεί τις πετρελαϊκές εταιρείες, τη στιγμή που τα κέρδη τους βρίσκονται σε τόσο υψηλά επίπεδα.
Όπως υποστήριξε, ο πετρελαϊκός κλάδος εντείνει τις πιέσεις για νέες γεωτρήσεις, διεκδικώντας παράλληλα πρόσθετες φορολογικές ελαφρύνσεις για την ανάπτυξη του κοιτάσματος Rosebank στη Βόρεια Θάλασσα.
Το συγκεκριμένο πετρελαϊκό πεδίο, σύμφωνα με τον Γουέλς, δεν πρόκειται να προσφέρει ουσιαστική ελάφρυνση στους λογαριασμούς ενέργειας των Βρετανών καταναλωτών, καθώς το πετρέλαιο που θα παραχθεί προορίζεται για εξαγωγή, με τα οικονομικά οφέλη να κατευθύνονται σε περιορισμένο αριθμό μετόχων.
Το ζήτημα βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο των κυβερνητικών αποφάσεων, καθώς η υπουργός Ενέργειας της Βρετανίας, Μιάτα Φανμπουλέ, εξετάζει εάν θα εγκρίνει την ανάπτυξη του κοιτάσματος Rosebank.
Η συζήτηση διεξάγεται μετά την έγκριση, τον Οκτώβριο, άδειας για το κοίτασμα φυσικού αερίου Jackdaw, το οποίο θεωρείται λιγότερο αμφιλεγόμενο.
Ακολούθησε το Politics24
Οι σημαντικότερες πολιτικές ειδήσεις και αναλύσεις, χωρίς περιττό θόρυβο.