Τα λεγόμενα «διαρθρωτικά» προβλήματα της ελληνικής καπιταλιστικής οικονομίας αποτελούν εδώ και χρόνια βασικό σημείο τριβής μεταξύ τμημάτων του εγχώριου κεφαλαίου, κυβερνήσεων και αστικών κομμάτων. Οι προτεραιότητες που τίθενται με βάση αυτά για κάθε κυβέρνηση βρίσκονται σε ευθεία συνάρτηση με τους ανταγωνισμούς ανάμεσα σε ομίλους για τη μοιρασιά των κρατικών και ενωσιακών κονδυλίων.
Η συζήτηση, αν και δεν αποσύρεται από την ημερήσια διάταξη των επιτελείων του κεφαλαίου, αναθερμαίνεται ύστερα από τις αποκαλύψεις γύρω από το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ. Σύμφωνα με δημοσιεύματα του αστικού Τύπου, το ελληνικό κλιμάκιο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας έχει ήδη ανοίξει δεκάδες φακέλους ερευνών. Οι δέκα εισαγγελικοί λειτουργοί που στελεχώνουν το κλιμάκιο, χειρίζονται αυτή την εποχή σωρεία καταγγελιών για τη διαχείριση κοινοτικών κονδυλίων και χρηματοδοτήσεων, πέραν του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Σε πρόσφατη μάλιστα ενημέρωση ευρωβουλευτών από το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο μπροστά στην ετήσια έκθεση που καταθέτει στην Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής του Ευρωκοινοβουλίου, προέκυψε πως στην Ελλάδα εντοπίζονται «προβλήματα» στο Ταμείο Ανάκαμψης, στο ΕΣΠΑ και αλλού. Οι έρευνες βρίσκονται σε πλήρη εξέλιξη και αναμένεται να ολοκληρωθούν τον Σεπτέμβρη.
Διαγκωνισμοί του κεφαλαίου
Πίσω από τη συζήτηση περί «σκανδάλων», τη διαπλοκή και τη διαφθορά, τα διάφορα τμήματα του κεφαλαίου διαγκωνίζονται για τα κομμάτια της μοιρασιάς της «πίτας» των χρηματοδοτήσεων, των κρατικών και ενωσιακών ενισχύσεων, όπως και των προτεραιοτήτων της κάθε αστικής κυβέρνησης. Για παράδειγμα, η στήριξη της «πράσινης μετάβασης» και των επιχειρηματικών ομίλων της Ενέργειας συνολικά λειτουργεί εις βάρος της ενεργοβόρας βιομηχανίας, η οποία «διαμαρτύρεται» για κάμψη της κερδοφορίας της από τις υψηλές τιμές Ενέργειας.
Η «πίτα» είναι μεγάλη. Στο πλαίσιο της περιόδου 2021-2027 η Ελλάδα θα έχει απορροφήσει περίπου 65 δισ. ευρώ από ευρωπαϊκούς πόρους, που προέρχονται από τη βαριά φορολόγηση των λαϊκών στρωμάτων. Οι επενδυτικές χορηγήσεις από τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και άλλων προγραμμάτων και πακέτων της ΕΕ αποτελούν κομβικό ζήτημα για τις επενδύσεις του κεφαλαίου. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία, το 2023, το ύψος των επενδυτικών χορηγήσεων αντιστοιχούσε στο 26% των επιχειρηματικών επενδύσεων στην Ελλάδα. Το μέγεθος αυτό ήταν το υψηλότερο στην ΕΕ, ενώ δεύτερη ακολουθεί στην κατάταξη η Πολωνία, με 15%.
Στο μεταξύ, αξίζει να σημειωθεί πως οι εξελίξεις αυτές λαμβάνουν χώρα την ίδια περίοδο που αναμένεται να ξεκινήσει η διαδικασία διαμόρφωσης του επόμενου προϋπολογισμού της ΕΕ.
Η συζήτηση για το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο της ΕΕ (2028-2034) έχει ξεκινήσει σε τεχνικό επίπεδο. Εκτιμήσεις μάλιστα κάνουν λόγο για μειώσεις έως και 20% στα κονδύλια της ΚΑΠ, καθώς η Κομισιόν πραγματοποιεί στροφή προς την πολεμική οικονομία, ενώ έδαφος φαίνεται να χάνει και η στήριξη της «πράσινης μετάβασης», χωρίς ωστόσο να τοποθετείται εντελώς εκτός κάδρου. Αυτά, όπως είναι αναμενόμενο, γίνονται πάντα «ελατήρια» που πετάνε τα μαχαίρια από τα θηκάρια των καπιταλιστών. Ετσι οξύνονται οι συζητήσεις στα επιτελεία τους για το ποια κυβέρνηση και με ποια σύνθεση, ποιοι πρωθυπουργοί μπορούν να ριχτούν με καλύτερες αξιώσεις στη μάχη των κονδυλίων.
Ταμείο Ανάκαμψης: «Κοσμογονία» ή «χαμένη ευκαιρία» για το κεφάλαιο;
Σε μια τέτοια κατεύθυνση, ηχηρή ήταν η παρέμβαση του Μ. Σάλλα, επίτιμου προέδρου της Τράπεζας Πειραιώς, ο οποίος εντοπίζει σε άρθρο του πως παρά τις εισροές μεγάλων πακέτων χρηματοδότησης από την ΕΕ, «η αναμενόμενη ανάπτυξη θα έπρεπε να είναι έντονη, διαρθρωτική, με προοπτική και εξωστρέφεια. Αντί αυτού, η ελληνική οικονομία καταγράφει έναν ρυθμό αύξησης περί το 2,3% ετησίως, λίγο πάνω από τον εκτιμώμενο δυνητικό της ρυθμό, και πολύ χαμηλότερα από εκείνον που θα δικαιολογούσε μια τέτοια εξωτερική στήριξη».
Και, περνώντας στο ψητό που φανερώνει τη φαγούρα τμημάτων του κεφαλαίου για «αλλαγές» το επόμενο διάστημα, χαρακτηρίζει «χαμένη ευκαιρία» τον τρόπο που αξιοποιήθηκαν τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης, τονίζοντας:
«Μέρος από τα ευρωπαϊκά κονδύλια, αν είχαν αξιοποιηθεί στοχευμένα σε επενδύσεις υψηλής προστιθέμενης αξίας, η ανάπτυξη θα μπορούσε να ενισχυθεί κατά 1,5 έως 2 ποσοστιαίες μονάδες ετησίως, δηλαδή το σωρευτικό ΑΕΠ της περιόδου 2021-2027 θα μπορούσε να αυξηθεί κατά επιπλέον 40 έως 50 δισεκατομμύρια ευρώ. Το πρόβλημα για αυτή τη χαμένη ευκαιρία για το μέλλον του τόπου είναι καθαρά δομικό, δηλαδή πολιτικό». Εδώ, βέβαια, αναφέρει σαν χαρακτηριστικό παράδειγμα τον ΟΠΕΚΕΠΕ, που επιβεβαιώνεται ότι αποτελεί ψηφίδα σε ένα μεγάλο «μωσαϊκό» που θα ανοίξει για το πώς και πού πάνε οι πόροι…
Δεν ρέουν με τον επιθυμητό ρυθμό
Χαρακτηριστική υπήρξε και η παρέμβαση του προέδρου του ΣΕΒ, Σπύρου Θεοδωρόπουλου, στην ετήσια ΓΣ του ΣΕΒ, την Τρίτη 24/6. Μεταξύ άλλων ο πρόεδρος του ΣΕΒ αναφέρθηκε στην απορροφητικότητα των ευρωπαϊκών κονδυλίων. Πρόκειται για ένα ζήτημα για το οποίο η κυβέρνηση πανηγυρίζει τα τελευταία χρόνια για τις επιδόσεις της, υποστηρίζοντας πως η Ελλάδα έχει σημειώσει μεγάλες επιδόσεις σε σχέση με άλλα κράτη της Ευρώπης.
Ο πρόεδρος του ΣΕΒ επέκρινε την κυβέρνηση, υποστηρίζοντας πως τα χρήματα αυτά δεν ρέουν με τον επιθυμητό βαθμό στους βιομήχανους, με αποτέλεσμα «η παραγωγικότητα της χώρας να είναι δραματικά χαμηλή». Ακόμα, στάθηκε στο ζήτημα της «αποτυχίας της κυβέρνησης» να εξασφαλίσει μειωμένο ενεργειακό κόστος για τους Ελληνες βιομήχανους μέσα από την «απελευθέρωση» της αγοράς Ενέργειας, τη θέσπιση του target model και του χρηματιστηρίου Ενέργειας, από τα οποία βγήκαν κερδισμένοι ιδιαίτερα οι όμιλοι της «πράσινης» ανάπτυξης.
Αντίστοιχο ζήτημα έχει θέσει και ο Σύνδεσμος Βιομηχανιών Ελλάδος (ΣΒΕ), ο οποίος δημοσίευσε τα αποτελέσματα της διεθνούς κατάταξης ανταγωνιστικότητας για το 2025 του World Competitiveness Yearbook του Business School IMD, σύμφωνα με τα οποία σε όρους διεθνούς ανταγωνιστικότητας, η ελληνική οικονομία βρίσκεται πλέον στην 50ή θέση μεταξύ 69 χωρών, από την 47η στην οποία βρισκόταν το 2024.
«Η χαμηλή ανταγωνιστικότητα της Ελλάδας παραμένει ένα διαχρονικό εμπόδιο για τη βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη. Παρά τις προσπάθειες μεταρρυθμίσεων, προβλήματα όπως η γραφειοκρατία, η αργή απονομή δικαιοσύνης και το υψηλό κόστος λειτουργίας επιχειρήσεων συνεχίζουν να περιορίζουν την παραγωγικότητα και την προσέλκυση επενδύσεων» σημειώνει ο ΣΒΕ και προσθέτει πως «για τον ΣΒΕ, απαραίτητη προϋπόθεση για την επαύξηση της ανταγωνιστικότητας είναι η εντατικοποίηση του μεταρρυθμιστικού έργου, με στόχο τη δημιουργία ενός φιλικότερου περιβάλλοντος για τις επιχειρήσεις και τη στρατηγική μετάβαση σε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο, στο οποίο η βιομηχανία θα κατέχει εξέχοντα ρόλο».
Μεταξύ άλλων, οι βιομήχανοι του ΣΒΕ ζητούν την ένταση του αντεργατικού έργου της κυβέρνησης για τη «δημιουργία ενός φιλικότερου ρυθμιστικού περιβάλλοντος», που θα επιτευχθεί «μέσα από τη μείωση της γραφειοκρατίας, την αναμόρφωση του συστήματος δικαιοσύνης και τις παράλληλες μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας».
Ακόμα ο ΣΒΕ ζητά την «αντιμετώπιση του υπέρογκου κόστους Ενέργειας και των ανεξέλεγκτων διακυμάνσεων της τιμής του ρεύματος», αλλά και την «ουσιαστική διασύνδεση της εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας», προσθέτοντας πως «η συμμετοχή μελών της επιχειρηματικής κοινότητας σε εκπαιδευτικά και ερευνητικά ιδρύματα, η επαναξιολόγηση του Εθνικού Συστήματος Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης είναι καταλυτικής σημασίας».
Ταυτόχρονα, θέτει ως «επιτακτική ανάγκη για εκσυγχρονισμό των υποδομών, ιδίως στην περιφέρεια» με επικέντρωση στα λιμάνια και το σιδηροδρομικό δίκτυο και τις συνδυασμένες μεταφορές. Ακόμα, ζητά τη «διευκόλυνση της πρόσβασης των επιχειρήσεων στα κατάλληλα χρηματοδοτικά εργαλεία» για τις επενδύσεις «στην καινοτομία, τον ψηφιακό μετασχηματισμό και την πράσινη μετάβαση, που αποτελούν πλέον μονόδρομο».
Δ. Μ.
(Αναδημοσίευση από τον «Ριζοσπάστη του Σαββατοκύριακου» 12-13 Ιούλη 2025)