Η απόφαση της 3ης Ολομέλειας του ΚΚΕ (Σεπτέμβριος 1947) προέβλεπε δύο μαξιμαλιστικούς στόχους: πρώτον, την ανάπτυξη του ΔΣΕ με 50.000 αντάρτες και δεύτερον, την κατάληψη της Θεσσαλονίκης.
Ο δεύτερος στόχος ήταν προφανές πως συνδεόταν άμεσα με τον πρώτο. Όμως, καθ΄όλη τη διάρκεια του κρίσιμου 1948 τα δύο μεγάλα αστικά κέντρα, Αθήνα και Θεσσαλονίκη, στάθηκαν αδύνατον να ανταποκριθούν στην υποχρέωσή τους να στείλουν στο βουνό χιλιάδες αριστερούς. Δεν υπήρχε επαναστατική διαθεσιμότητα και ο Στρατός, η Χωροφυλακή και οι Μάυδες ήλεγχαν τα περισσότερα περάσματα που οδηγούσαν στον ΔΣΕ. Στην έλλειψη επαναστατικής διαθεσιμότητας αναφέρθηκε πολλές φορές το Π.Γ. του ΚΚΕ μιλώντας «για οπορτουνιστικές ταλαντεύσεις και δισταγμούς». Προφανώς η έξοδος και η διαβίωση στο βουνό στις τάξεις ενός αντάρτικου στρατού είχε κόστος το οποίο οι αριστεροί, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, δεν ήθελαν να καταβάλουν. Προτιμούσαν να ενσωματωθούν στην οικονομική και κοινωνική ζωή της Ελλάδας και να κινηθούν μέσα στο πλαίσιο της τρέχουσας νομιμότητας, όσο σκληρή και αν ήταν για αυτούς. Οι δε νέοι σε ηλικία, οι Επονίτες της Κατοχής—με βάση τα στοιχεία—επέλεξαν την Μακρόνησο παρά το αντάρτικο.
Στη Θεσσαλονίκη το ΚΚΕ οργάνωσε τη Στενή Αυτοάμυνα, ενώ ακόμα ήταν νόμιμο, αλλά η δράση της αποδείχθηκε βραχύβια. Από τον Οκτώβριο του 1946 ως τις 30 Απριλίου 1947, όταν και εξαρθρώθηκε ολόκληρη η οργάνωση. Το καθήκον που έβαζε το Π. Γ. για τη Θεσσαλονίκη, παρά το συντριπτικό πλήγμα που δέχθηκε, ήταν η δημιουργία του Δημοκρατικού Στρατού της πόλης της Θεσσαλονίκης. Δηλαδή να συγκροτηθούν ομάδες σαμποτέρ και ελεύθερων σκοπευτών που θα προκαλούσαν δολιοφθορές τόσο σε κοινωφελείς εγκαταστάσεις όσο και σε εγκαταστάσεις στρατιωτικών μονάδων και τμημάτων της Χωροφυλακής. Την καθοδήγηση της Θεσσαλονίκης αρχικά την είχε ο Βασίλης Μπαρτζιώτας, μετά ο Μήτσος Λεβογιάννης και στη συνέχεια ο Βασβανάς, άριστος γνώστης της φυσιογνωμίας της πόλης. Το Π.Γ. δεν του επέτρεψε ποτέ να μπει στη Θεσσαλονίκη—την καθοδηγούσε από τη Χαλκιδική—για να μη συλληφθεί και εκθέσει ανεπανόρθωτα το Κόμμα, καθώς το όνομά του είχε εμπλακεί στη δολοφονία του Πολκ.
Το γενικό πρόσταγμα στον επιχειρησιακό τομέα το είχε, από τον Απρίλιο του 1948, ο Χουρμούζης Χατζηθωμάς (Ναύαρχος) ο οποίος αναφερόταν απευθείας στον Ζαχαριάδη και στον Μπαρτζιώτα. Στενός συνεργάτης του ήταν ο σκληροτράχηλος κομμουνιστής, Μήτσος Βαμβακάς. Καθήκον τους ήταν ο συντονισμός της δράσης των συντρόφων που έμπαιναν στην πόλη από το βουνό για πράξεις σαμποτάζ και η οργάνωση της προώθησης στις τάξεις του ΔΣΕ των κομμουνιστών της Θεσσαλονίκης που ήθελαν να πολεμήσουν ή που είχαν αποκαλυφθεί στις διωκτικές αρχές και κινδύνευαν να συλληφθούν (βλ. περίπτωση Γ. Καζάκου, οικονομικού υπεύθυνου του Κόμματος στη Θεσσαλονίκη). Διοικητής της Γενικής Ασφάλειας εκείνη την εποχή ήταν ο συνταγματάρχης Βαρδουλάκης, ο οποίος σε κάποιες κρίσιμες επιχειρήσεις έλαβε μέρος και ο ίδιος προσωπικά.
Το ΚΚΕ αντιμετώπισε από το φθινόπωρο του 1947, δηλαδή τότε που συγκλήθηκε η Γ΄ Ολομέλεια, και τις συνέπειες της αμνηστίας που εξήγγειλε η κυβέρνηση Θ. Σοφούλη και χάρη στην οποία πάνω από 3000 αντάρτες παραδόθηκαν στις Αρχές του Κράτους και έτυχαν των προβλεπόμενων ευεργετημάτων. Αν υπολογίσουμε τη δύναμη του ΔΣΕ τον Σεπτέμβριο του 1947 σε 20.000 περίπου αντάρτες—γυναίκες και άνδρες—βλέπουμε πως το 15% παρέδωσε τα όπλα του. Το πλήγμα ήταν σημαντικό για τα δεδομένα και τους συσχετισμούς εκείνης της περιόδου.

Σημαντικό ρόλο στην οργάνωση του μηχανισμού του ΚΚΕ στη Θεσσαλονίκη είχε και ο παλαίμαχος κομμουνιστής Μήτσος Λεβογιάννης (1896-1949) ο οποίος ανέλαβε τον καθοδηγητικό ρόλο του μετά την έξοδο του Μπαρτζιώτα στο βουνό και παρέμεινε στο πόστο του μέχρι την ημέρα που συνελήφθη, τον Δεκέμβριο του 1948 και εξαρθρώθηκε όλο το δίκτυο του, καθώς στη γιάφκα του βρέθηκαν και οι κώδικες επικοινωνίας. Επίσης το 1948 δραστηριοποιείται στην ομάδα σαμποτέρ ο Δομένικος Καλόξυλος, ο οποίος ήταν από τα ελάχιστα μέλη της Στενής Αυτοάμυνας που δε συνελήφθη. Είχε εκπαιδευτεί στο αντάρτικο πόλης από τον Σένογλου, που εν τω μεταξύ είχε εκτελεστεί τον Οκτώβριο του 1947. Ο Καλόξυλος είχε πλούσια δράση, αλλά στο τέλος στάθηκε άτυχος. Στις 2 Ιουλίου 1948 ο εκρηκτικός μηχανισμός που θα τοποθετούσε στην οδό Αριστοτέλους εξερράγη στο χέρια του και το σώμα του διαμελίστηκε. Και σα να μην έφτανε αυτή η απώλεια, μετά από δύο ημέρες σκοτώθηκε στη Β. Όλγας, στο ύψος της Καλλιδοπούλου, ο Βαμβακάς σε ανταλλαγή πυρών με άντρες των διωκτικών αρχών.
Από τις αρχές του 1948, και ενώ το ΚΚΕ είναι πλέον παράνομο, η Γενική Ασφάλεια έχει αναπτύξει ένα ευρύ δίκτυο πληροφοριοδοτών —έργο Μουσχουντή— που την βοηθά σημαντικά στο έργο της. Σε αυτό συμβάλλουν και συλληφθέντες κομμουνιστές οι οποίοι, έναντι ανταλλαγμάτων, συνεργάζονται και αποκαλύπτουν πρόσωπα και γιάφκες. Πάντως η πόλη της Θεσσαλονίκης και λόγω της στάσης του ΚΚΕ στο Μακεδονικό ζήτημα στάθηκε αρνητική στην προσπάθεια του Κόμματος να στήσει τους μηχανισμούς του σε όλη τη διάρκεια του γενικευμένου εμφυλίου πολέμου. Κάτι που είχε τις συνέπειές του τόσο στην απόπειρα να συγκροτηθεί ο Δημοκρατικός Στρατός Θεσσαλονίκης όσο και να βγουν στο βουνό μαζικά οι αριστεροί της πόλης.
Υ.Γ. Προτείνω ανεπιφύλακτα στους φιλίστορες το διδακτορικό του κ. Γιώργου Σανίδα «Παράνομα δίκτυα του ΚΚΕ στην περιοχή Θεσσαλονίκη» ( επιβλέπων κ. Γιώργος Μαργαρίτης). Παρά την εμφανή ιδεολογική προσέγγιση του συγγραφέα, το έργο του είναι ιδιαίτερα πλούσιο σε τεκμηριωμένο πραγματολογικό υλικό. Ενδιαφέρουσα η λεπτομερής καταγραφή της εισόδου στελεχών του ΚΚΕ στην Ελλάδα στη δεκαετία του 1950. Η διδακτορική διατριβή βρίσκεται ελεύθερη στο Διαδίκτυο.