Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Υπόθεση «Χωριάτικο»: τα ερωτήματα για διαρροές στην ΕΛ.ΑΣ.

Δημοσίευμα της «Καθημερινής» περιγράφει πώς, στη διάρκεια δεκάμηνης έρευνας για την υπόθεση «Χωριάτικο», οι ερευνώμενοι φέρονται να πληροφορήθηκαν για τις κινήσεις των αρχών. Οι αναφορές για πιθανές επαφές με αστυνομικούς παραμένουν καταγγελίες και όχι δικαστικά πορίσματα.

Τραπέζια με χρηματικά ποσά και αντικείμενα, μπροστά από οθόνη με το σήμα της ΔΑΟΕ
Αντικείμενα και χρηματικά ποσά εκτίθενται σε τραπέζια, με οθόνη της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος στο βάθος. Η φωτογραφία δημοσιεύθηκε από την «Καθημερινή» στο ρεπορτάζ για την υπόθεση «Χωριάτικο».
Ρεπορταζ / Αναλυση03′

Η δεκάμηνη έρευνα για την υπόθεση «Χωριάτικο» αφήνει ένα κρίσιμο ερώτημα που ξεπερνά τη δράση του φερόμενου κυκλώματος: πώς, σύμφωνα με δημοσίευμα της «Καθημερινής» την 1η Νοεμβρίου 2026, οι ερευνώμενοι φέρονται να πληροφορήθηκαν τουλάχιστον δύο φορές για τις κινήσεις των αρχών. Το ίδιο ρεπορτάζ αναφέρεται σε πιθανές επαφές με αστυνομικούς, όμως οι σχετικές αναφορές δεν αποτελούν δικαστικά διαπιστωμένα γεγονότα. Η διάκριση ανάμεσα σε καταγγελία, ερευνητική ένδειξη και αποδεδειγμένη ευθύνη είναι ουσιώδης.

Τι αναφέρει το ρεπορτάζ για την έρευνα

Σύμφωνα με την «Καθημερινή», η Διεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος (ΔΑΟΕ) ερεύνησε την υπόθεση επί περίπου δέκα μήνες. Το δημοσίευμα αναφέρει ότι ο Άγγελος Γιαννακόπουλος, τον οποίο περιγράφει ως φερόμενο επικεφαλής της οργάνωσης, και συνεργάτες του ενημερώθηκαν τουλάχιστον δύο φορές για την έρευνα. Κατά το ίδιο ρεπορτάζ, στη συνέχεια φέρονται να κατέστρεψαν πειστήρια ή να άλλαξαν τον τρόπο δράσης τους.

Το δημοσίευμα παραθέτει επίσης αναφορά σύμφωνα με την οποία ο Γιαννακόπουλος είχε λάβει πληροφόρηση για επικείμενο έλεγχο σε χώρο που αποκαλείται «Κεντρικό Γραφείο» της οργάνωσης, στη λεωφόρο Κηφισού 162. Σε καταγεγραμμένη συνομιλία της 6ης Απριλίου 2026, κατά την περιγραφή της εφημερίδας, γίνεται ονομαστική αναφορά σε υπαλλήλους υπηρεσιών, τους οποίους οι συνομιλητές φέρονται να αποκαλούν «βαφτιστήρια». Οι λεπτομέρειες αυτές αποδίδονται στο ρεπορτάζ και στο υλικό της έρευνας όπως παρουσιάζεται σε αυτό· δεν αρκούν από μόνες τους για να στοιχειοθετήσουν ευθύνη συγκεκριμένων υπαλλήλων.

Οι αναφορές για αστυνομικές διασυνδέσεις

Η «Καθημερινή» καταγράφει ακόμη ότι αστυνομικοί συζητούσαν για φερόμενες διασυνδέσεις του Γιαννακόπουλου και συνεργατών του με στελέχη τμημάτων ασφαλείας στο κέντρο της Αθήνας, μεταξύ άλλων στην Ομόνοια, στον Κολωνό και στον Άγιο Παντελεήμονα. Πρόκειται για αναφορές που περιλαμβάνει το δημοσίευμα, όχι για δικαστική κρίση ότι υπήρξε συνεργασία ή παράνομη συνδρομή.

Η σοβαρότητα των ισχυρισμών καθιστά αναγκαία τη θεσμική διερεύνησή τους, αλλά και την προσεκτική απόδοση ευθυνών. Το κρίσιμο δεν είναι να μετατραπούν οι αναφορές σε βεβαιότητες μέσω της επανάληψης, αλλά να αποσαφηνιστεί αν υπήρξαν διαρροές, ποιοι είχαν πρόσβαση σε πληροφορίες και αν προκύπτουν στοιχεία για πράξεις ή παραλείψεις κατά την άσκηση καθηκόντων. Το δημοσίευμα αναφέρει ότι αστυνομικοί διατύπωναν ενδείξεις πως αγορές καλλυντικών από μέλη του δικτύου ενδέχεται να συνδέονται με αθέμιτα ωφελήματα. Και αυτή η αξιολόγηση, όπως παρουσιάζεται, παραμένει μέρος του ερευνητικού υλικού και όχι τελεσίδικη απόδειξη.

Η κλίμακα της υπόθεσης και το ιστορικό

Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, συνελήφθησαν 59 άτομα, τα οποία διώκονται για αδικήματα που περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, μαστροπεία και διακεκριμένη φοροδιαφυγή. Η υπόθεση, όπως περιγράφεται, αφορά δίκτυο εταιρειών, ορισμένων υπαρκτών και άλλων ανύπαρκτων. Η εφημερίδα αναφέρει ότι κατά την έρευνα εντοπίστηκε προσπάθεια εξαφάνισης ψηφιακών πειστηρίων από υπολογιστές και διακομιστές, ενώ χρειάστηκε συνδρομή της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών για την ανάκτηση δεδομένων.

Το ίδιο δημοσίευμα ανατρέχει και στο παρελθόν: αναφέρει ότι ο Γιαννακόπουλος είχε κατηγορηθεί το 2008 και ότι σχετική υπόθεση οδηγήθηκε στο ακροατήριο επτά χρόνια μετά τη σύλληψή του. Κατά την εφημερίδα, στο μεσοδιάστημα παρέμεινε ελεύθερος και επέκτεινε τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες, μεταξύ άλλων στον τουρισμό. Η αναφορά αυτή δεν τεκμηριώνει από μόνη της υπαιτιότητα, αλλά αναδεικνύει το ερώτημα της χρονικής αποτελεσματικότητας της απονομής δικαιοσύνης σε σύνθετες υποθέσεις.

Τι μένει να αποσαφηνιστεί

Η υπόθεση θέτει δύο παράλληλες απαιτήσεις λογοδοσίας: να προχωρήσει η δικαστική διερεύνηση των αποδιδόμενων αδικημάτων και να ελεγχθούν ανεξάρτητα, με συγκεκριμένα στοιχεία, οι αναφορές περί πιθανής ενημέρωσης των ερευνωμένων. Χωρίς δημόσια τεκμηρίωση για το ποιοι ενδέχεται να διέρρευσαν πληροφορίες και με ποιον τρόπο, δεν μπορεί να συναχθεί ότι οι αναφερόμενες διασυνδέσεις έχουν αποδειχθεί.

Το επόμενο ουσιαστικό σημείο παρακολούθησης είναι η πορεία της δικογραφίας και το αν οι αρχές θα αποσαφηνίσουν ειδικά τις καταγγελίες για διαρροές και πιθανές αθέμιτες παροχές. Η έκταση των συλλήψεων και οι αναφορές για καταστροφή στοιχείων δείχνουν τη σοβαρότητα της έρευνας· δεν υποκαθιστούν, όμως, την απόδειξη στο δικαστήριο. Μέχρι να υπάρξουν σχετικά πορίσματα και κρίσεις, οι ισχυρισμοί πρέπει να παραμένουν αποδιδόμενοι στις πηγές τους.

Μεινε στην ουσια

Ακολούθησε το Politics24

Οι σημαντικότερες πολιτικές ειδήσεις και αναλύσεις, χωρίς περιττό θόρυβο.