Του Κώστα Ράπτη
Ο αρχαίος Κινέζος θεωρητικός του πολέμου Σουν Τσου συμβούλευε: “Γνώριζε τον εχθρό σου, γνώριζε τον εαυτό σου και δεν θα χρειαστεί να φοβάσαι το αποτέλεσμα εκατό μαχών”. Όμως ο Ντόναλντ Τραμπ αποδείχθηκε “αδιάβαστος” και στους δύο αυτούς τομείς. Το αποτέλεσμα ασφαλώς θα το συναντήσει μπροστά του στην επικείμενη συνάντηση με τον Σι Τζινπίνγκ.
Η προγραμματισμένη για τις 14-15 του μηνός επίσκεψη του Αμερικανού προέδρου στο Πεκίνο είναι η πρώτη έπειτα από οκτώ χρόνια. Θα πραγματοποιηθεί δε εξ αναβολής, καθώς ο πόλεμος στον Περσικό Κόλπο υποχρέωσε τον ένοικο του Λευκού Οίκου να επαναπρογραμματίσει. Η αρχική εκτίμηση ότι η “αναμέτρηση” με τον Κινέζο ηγέτη θα είχε ως φόντο μια γρήγορη και αποφασιστική νίκη των ΗΠΑ κατά του Ιράν κάθε άλλο παρά επαληθεύθηκε. Και πλέον ο Τραμπ προσέρχεται στον μεγάλο του ανταγωνιστή από μάλλον μειονεκτική θέση.
Οι περισσότεροι αναλυτές δεν αναμένουν από τη σινο-αμερικανική συνάντηση κορυφής κάτι περισσότερο ουσιαστικό από τις φωτογραφήσεις που θα αποτυπώνουν καταλλήλως τη γενικότερη διάθεση βελτίωσης του κλίματος. Στα φλέγοντα θέματα των διμερών σχέσεων δεν αναμένεται σημαντική πρόοδος, καθώς ο Τραμπ αποδεικνύεται ότι “διάβασε” λανθασμένα τον κύριο ανταγωνιστή των ΗΠΑ, αλλά και τις πραγματικές δυνατότητες της ίδιας του της χώρας.
Τα δύο όπλα
Η αρχική σύλληψη δεν ήταν ανορθολογική. Η “ειρηνική ανάδυση” της Κίνας απειλεί μεσοπρόθεσμα την αμερικανική πρωτοκαθεδρία, συνεπώς, από την οπτική γωνία της Ουάσινγκτον, επείγει η ανάληψη πρωτοβουλιών για την “ανάσχεση” του Πεκίνου, με αξιοποίηση, όσο είναι καιρός, των μεγάλων “όπλων” των ΗΠΑ: της στρατιωτικής τους μηχανής (κυρίως της ναυτικής ισχύος) και του δολαρίου ως διεθνούς νομίσματος.
Εξού και οι δασμολογικοί πόλεμοι ή οι στρατιωτικές κινήσεις, π.χ. στη Βενεζουέλα και το Ιράν, περνώντας ενδιαμέσως από τις απειλές στην επίσης πετρελαιοπαραγωγό Νιγηρία, ώστε να ελεγχθούν οι εμπορικοί δρόμοι και οι πηγές ενεργειακής τροφοδοσίας που θα μπορούσαν να φέρουν την Κίνα σε εντελώς εξαρτημένη θέση.
Όμως ανάμεσα στη σύλληψη και την υλοποίησή της μεσολάβησε… ο τραγέλαφος. Οι δασμολογικοί πόλεμοι του Τραμπ, που δεν εντυπωσίασαν κανέναν διεθνή παίκτη με την αυτοσχεδιαστική τους ανακοίνωση, εντέλει προσέκρουσαν στην εξάρτηση των ΗΠΑ, η οποία δεν είχε πλήρως συνειδητοποιηθεί, από τις σπάνιες γαίες που σχεδόν μονοπωλεί η Κίνα. Οι δε πολεμικές περιπέτειες, τύπου Ιράν, σκόνταψαν λόγω ανεπαρκούς προετοιμασίας, αδιαφορίας για την οικοδόμηση συμμαχιών και στρεβλής εικόνας για το εσωτερικό μέτωπο του Ιράν. Η αλαζονική υπερτίμηση των αμερικανικών επιχειρησιακών δυνατοτήτων συναντήθηκε με τις νέες πραγματικότητες της τέχνης του πολέμου, όπου φθηνές και ασύμμετρες λύσεις (π.χ. drones) δίνουν στον αμυνόμενο τη δυνατότητα να αποκρούσει αποτελεσματικά εξοπλισμούς με αξία δισεκατομμυρίων.
Την ώρα που οι Άραβες σύμμαχοι των ΗΠΑ, έκθετοι στα ιρανικά αντίμετρα, αντιλαμβάνονταν ότι η συγκεκριμένη σχέση προστασίας περισσότερο λειτουργεί ως “πάροχος ανασφάλειας”, παρά το αντίθετο, οι αντίστοιχοι εταίροι στην Άπω Ανατολή έκπληκτοι είδαν την αποψίλωση της αμερικανικής παρουσίας στη γειτονιά τους (π.χ. με τη μεταφορά της συστοιχίας THAAD, που είχε εγκατασταθεί στη Νότια Κορέα) για την κάλυψη των έκτακτων αναγκών στον Περσικό Κόλπο.
Στρατιωτικές και εμπορικές υστερήσεις προκύπτουν από μία κοινή μήτρα: την παραμέληση της σκληρής υλικότητας της πραγματικής πρωτοκαθεδρίας, την ώρα που επί δεκαετίες η Αμερική απορροφάται από την εικονική ευμάρεια της ξέφρενης χρηματοπιστωτικοποίησης και μεταφέρει την παραγωγική της βάση εκτός συνόρων. Το τελευταίο αυτό στοιχείο εξηγεί και το εσωτερικό πολιτικό πρόβλημα με το οποίο βρέθηκε αντιμέτωπη η Αμερική, λόγω της απαξίωσης της λευκής εργατικής τάξης, που στράφηκε στον τραμπισμό. Όμως η συνταγή Make America Great Again μάλλον δεν έχει πλέον το χρονικό περιθώριο να εφαρμοσθεί. Το αντίθετο θα προϋπέθετε, πέραν των δασμολογικών φραγμών, την επένδυση σε ουσιαστικές κινήσεις αναζωογόνησης της παραγωγικής βάσης και κατάρτισης του υποβαθμισμένου εργατικού δυναμικού.
Όμως, μπροστά στην εχθρότητα που αντιμετωπίζουν από την κυβέρνηση Τραμπ τα πανεπιστήμια και τα “ύποπτης καταγωγής” διεθνή ταλέντα που τα αιμοδοτούσαν, το κέντρο βάρους της παγκόσμιας έρευνας και τεχνολογίας μεταφέρεται αλλού. Η Κίνα δεν είναι πλέον απλώς το φθηνό “εργοστάσιο του πλανήτη”, αλλά ένας πρωταθλητής των ευρεσιτεχνιών και της ανάπτυξης προστιθέμενης αξίας.
Μάχη από το παρελθόν
Η εμμονή του Τραμπ με τον έλεγχο των υδρογονανθράκων αποδεικνύεται ότι είναι μια μάχη βγαλμένη από το παρελθόν, όταν την ίδια στιγμή το Πεκίνο προχωρά με άλματα στην αξιοποίηση (και εξαγωγή) τεχνολογιών ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, στην ανάπτυξη ηλεκτρικών οχημάτων, στη συνολική οικοδόμηση μιας οικονομίας με ενεργειακή αυτάρκεια της τάξης του 85% των αναγκών. Η δε αναταραχή στον Περσικό Κόλπο πείθει ολοένα και περισσότερους διεθνείς παίκτες ότι επείγει η αποδέσμευση από επισφαλείς και δαπανηρές πηγές ενέργειες, όπως οι μέχρι τώρα κυρίαρχοι υδρογονάνθρακες.
Το ότι η Κίνα ασφαλώς και ανησυχεί για την εμπλοκή στο Στενό του Ορμούζ δεν ανατρέπει το γεγονός ότι είναι καλύτερα προετοιμασμένη από οποιανδήποτε άλλη οικονομία (πλην ίσως της αμερικανικής) για να αντέξει αρκετούς μήνες ενεργειακών κραδασμών.
Οι επιπτώσεις όλων αυτών εκτείνονται και στο ιδεολογικό πεδίο. Η αντιπαράθεση “δημοκρατιών” και “αυταρχισμού” αποτελούσε κεντρικό μοτίβο στον λόγο της συλλογικής Δύσης τα τελευταία χρόνια. Το δε πολιτικό μονοπώλιο του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας (και οι συνεπαγόμενοι περιορισμοί στη διακίνηση ιδεών) θεωρούνταν ότι ύψωνε ανυπέρβλητο φραγμό στην καλλιέργεια της καινοτομίας, την αυτοδιόρθωση του καθεστώτος και την κάλυψη των προσδοκιών του πιο δυναμικού τμήματος του πληθυσμού. Η εν λόγω άποψη αντικειμενικά αμφισβητείται από τις “φουτουριστικές” επιδόσεις της Κίνας, τον υψηλό βαθμό ικανοποίησης των κατοίκων της, αλλά κυρίως από το αντιπαράδειγμα του βορειοαμερικανού ανταγωνιστή, όσο αυτός αποκαλύπτεται ασυνάρτητος, αντιπαραγωγικός ως προς τα μεγάλα διεθνή προβλήματα και πάντως λιγότερο ισχυρός από όσο φάνταζε μέχρι χθες.
Ιράν, Ταϊβάν και εμπόριο στην ατζέντα
Την ώρα που οι ΗΠΑ πιέζονται από την έκβαση της ιρανικής τους περιπέτειας, το Πεκίνο θα μπορούσε κάλλιστα να μοχλεύσει την επιρροή του επί της Τεχεράνης για να λάβει ανταλλάγματα ως προς το εμπόριο ή και την Ταϊβάν. Άλλωστε, της επίσκεψης Τραμπ προηγήθηκε πριν από λίγες ημέρες η επίσκεψη στο Πεκίνο του υπουργού Εξωτερικών του Ιράν, Αμπάς Αραγτσί.
Ο Τραμπ επαίρεται διαρκώς για την “πολύ καλή σχέση” του με τον Σι Τζινπίνγκ και επιμένει ότι ο πόλεμος στο Ιράν δεν την έχει επηρεάσει.
Το πιο απτό αποτέλεσμα του ταξιδιού στην Κίνα θα μπορούσε να είναι η παράταση της εύθραυστης εμπορικής εκεχειρίας που συμφωνήθηκε ανάμεσα στους δύο ηγέτες κατά τη διάρκεια συνάντησης στη Νότια Κορέα τον περασμένο Οκτώβριο. Όμως το Πεκίνο δεν έχει την πρόθεση να παραχωρήσει πολύ έδαφος στον τομέα του εμπορίου και το έδειξε επιβάλλοντας στα διυλιστήριά του να αγνοήσουν τις κυρώσεις που θέσπισαν οι Ηνωμένες Πολιτείες κατά των εταιρειών που αγοράζουν ιρανικό πετρέλαιο.
Ορισμένοι αναλυτές περιμένουν επίσης ότι ο Σι Τζινπίνγκ θα προσπαθήσει να εξασφαλίσει υποχωρήσεις από τον Ντόναλντ Τραμπ ως προς την Ταϊβάν, ειδικότερα ως προς τις πωλήσεις αμερικανικών όπλων στην Ταϊπέι.