Τη συζήτηση γύρω από το ενδεχόμενο μιας τρίτης συνεχόμενης κυβερνητικής θητείας ανοίγει εκ νέου ο υπουργός Επικρατείας Άκης Σκέρτσος, θέτοντας στο επίκεντρο όχι τη διάρκεια παραμονής μιας κυβέρνησης στην εξουσία, αλλά το έργο, την αξιοπιστία και το σχέδιό της για την επόμενη ημέρα.
Σε άρθρο του στην «Καθημερινή της Κυριακής», ο κ. Σκέρτσος υποστηρίζει ότι η δημόσια συζήτηση για μια πιθανή τρίτη θητεία συχνά αντιμετωπίζεται περισσότερο ως πολιτικό «ταμπού» και λιγότερο ως ζήτημα αξιολόγησης των κυβερνητικών πεπραγμένων. Όπως επισημαίνει, το βασικό ερώτημα δεν θα πρέπει να είναι πόσες θητείες έχει συμπληρώσει μια κυβέρνηση, αλλά τι έχει πετύχει κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησής της και τι προτίθεται να κάνει στη συνέχεια.
Η «κατάρα» των δύο θητειών
Ο υπουργός Επικρατείας αναφέρεται στην αποκαλούμενη «κατάρα των δύο θητειών», καθώς καμία μεταπολιτευτική κυβέρνηση δεν έχει καταφέρει μέχρι σήμερα να κερδίσει τρεις συνεχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις.
Κατά τον ίδιο, το γεγονός αυτό δεν θα πρέπει να θεωρείται αυτονόητος κανόνας της δημοκρατικής διαδικασίας. Αντίθετα, η διάρκεια μιας κυβέρνησης θα πρέπει να κρίνεται από τους πολίτες μέσα από την αξιολόγηση του έργου της.
Στο πλαίσιο αυτό, θέτει σειρά ερωτημάτων: πόσες από τις προγραμματικές δεσμεύσεις υλοποιήθηκαν, ποιο είναι το σχέδιο για την επόμενη περίοδο και κατά πόσο μια κυβέρνηση εξακολουθεί να διαθέτει συγκεκριμένη πολιτική πρόταση για τον μετασχηματισμό της χώρας.
Τα παραδείγματα από την Ευρώπη
Για να στηρίξει το επιχείρημά του, ο κ. Σκέρτσος επικαλείται παραδείγματα ευρωπαϊκών χωρών στις οποίες πολιτικοί ηγέτες παρέμειναν για πολλά χρόνια στην εξουσία μέσω διαδοχικών εκλογικών νικών.
Μεταξύ άλλων, αναφέρεται στον Χέλμουτ Κολ και την Άνγκελα Μέρκελ στη Γερμανία, οι οποίοι κυβέρνησαν για περίπου 16 χρόνια ο καθένας, στη Μάργκαρετ Θάτσερ και τον Τόνι Μπλερ στη Βρετανία, στον Φρανσουά Μιτεράν και τον Ζακ Σιράκ στη Γαλλία, αλλά και στους Φελίπε Γκονθάλεθ, Μαρκ Ρούτε και Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ.
Το επιχείρημα που προβάλλει είναι ότι η επανεκλογή μιας πολιτικής ηγεσίας δεν αποτελεί από μόνη της ένδειξη δημοκρατικής υποχώρησης, εφόσον οι πολίτες έχουν τη δυνατότητα να αξιολογούν και να επιλέγουν μέσω εκλογών.
Το κυβερνητικό αφήγημα για την οικονομία
Σημαντικό μέρος της παρέμβασης του υπουργού αφορά την πορεία της ελληνικής οικονομίας. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι, παρά τις δυσκολίες και τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης, η Ελλάδα έχει διανύσει σημαντική απόσταση τα τελευταία χρόνια.
Στο άρθρο του επικαλείται τη μείωση του δημόσιου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ, το οποίο από περίπου 210% στην κορύφωση της πανδημίας υποχώρησε στο 146,6% το 2025 και, σύμφωνα με τις προβλέψεις που αναφέρει, αναμένεται να διαμορφωθεί στο 136,6% το 2026.
Παράλληλα, κάνει αναφορά στην ανεργία, σημειώνοντας ότι από περίπου 17% τον Ιούνιο του 2019 έχει υποχωρήσει κάτω από το 8%. Επικαλείται επίσης αύξηση του πραγματικού κατά κεφαλήν ΑΕΠ κατά 26% από το 2020 και υποστηρίζει ότι οι ρυθμοί ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας παραμένουν υψηλότεροι από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Ωστόσο, ο κ. Σκέρτσος αναγνωρίζει ότι η οικονομική σύγκλιση με την υπόλοιπη Ευρώπη δεν έχει ολοκληρωθεί.
Οι εκκρεμότητες που παραμένουν
Στο σημείο αυτό, το κυβερνητικό στέλεχος επισημαίνει μια σειρά από ανοιχτά μέτωπα. Μεταξύ αυτών βρίσκονται το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών, η απονομή της δικαιοσύνης, η ολοκλήρωση της χωροταξικής μεταρρύθμισης και η ενίσχυση της παραγωγικότητας στον πρωτογενή τομέα.
Όπως υπογραμμίζει, η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο σε σημαντικούς οικονομικούς δείκτες, ενώ απαιτούνται περαιτέρω αλλαγές προκειμένου να περιοριστεί η απόσταση που δημιουργήθηκε κατά τα χρόνια της κρίσης.
Με αυτόν τον τρόπο, ο κ. Σκέρτσος επιχειρεί να μεταφέρει τη συζήτηση από τον απολογισμό της μέχρι σήμερα κυβερνητικής πορείας στο επόμενο πολιτικό και οικονομικό στοίχημα.
«Δεν ζητάμε ψήφο ευγνωμοσύνης»
Ιδιαίτερη σημασία έχει η αναφορά του υπουργού στις επόμενες εκλογές. Όπως σημειώνει, η κυβέρνηση δεν μπορεί να ζητήσει από τους πολίτες «ψήφο ευγνωμοσύνης» για όσα έχουν ήδη γίνει.
Αντίθετα, σύμφωνα με το σκεπτικό του, η επόμενη εκλογική αναμέτρηση θα πρέπει να αφορά την αξιοπιστία, την ικανότητα και κυρίως το σχέδιο για την επόμενη ημέρα.
Στο επίκεντρο βάζει τον μετασχηματισμό του κράτους, την αύξηση της παραγωγικότητας, τη σύγκλιση των εισοδημάτων, τη δημοσιονομική υπευθυνότητα, αλλά και τις προκλήσεις που δημιουργούν η τεχνολογική αλλαγή και οι γεωπολιτικές εξελίξεις.
Παράλληλα, ασκεί κριτική στην αντιπολίτευση, υποστηρίζοντας ότι η βασική της πολιτική πρόταση περιορίζεται στην αποχώρηση του Κυριάκου Μητσοτάκη από την πρωθυπουργία, χωρίς να συνοδεύεται από ένα αντίστοιχα σαφές σχέδιο για την επόμενη ημέρα.
Το πολιτικό στοίχημα της τρίτης θητείας
Η παρέμβαση Σκέρτσου ουσιαστικά επιχειρεί να αλλάξει τους όρους με τους οποίους διεξάγεται η συζήτηση για μια πιθανή τρίτη κυβερνητική θητεία. Αντί η συζήτηση να περιστρέφεται αποκλειστικά γύρω από το αν μια κυβέρνηση έχει παραμείνει αρκετά χρόνια στην εξουσία, το κυβερνητικό στέλεχος θέτει ως κριτήριο την αξιολόγηση του έργου και των επόμενων στόχων.
Το μήνυμα είναι ότι η πολιτική σταθερότητα, κατά την κυβερνητική προσέγγιση, δεν θα πρέπει να ταυτίζεται με την αδράνεια. Αντίθετα, μπορεί να λειτουργήσει ως προϋπόθεση για την ολοκλήρωση μεταρρυθμίσεων που απαιτούν χρόνο.
«Η σταθερότητα δεν είναι και δεν μπορεί να σημαίνει στασιμότητα», σημειώνει χαρακτηριστικά ο υπουργός Επικρατείας, δίνοντας το στίγμα της επιχειρηματολογίας του.
Με τη συζήτηση για την τρίτη θητεία να έχει ήδη ανοίξει, το πολιτικό ερώτημα μεταφέρεται πλέον στο περιεχόμενο της επόμενης ημέρας: ποιο θα είναι το σχέδιο για την οικονομία, το κράτος, τα εισοδήματα και τις μεγάλες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η χώρα. Και αυτό, όπως προκύπτει από την παρέμβαση Σκέρτσου, είναι το πεδίο στο οποίο η κυβέρνηση επιδιώκει να κριθεί.
Ακολούθησε το Politics24
Οι σημαντικότερες πολιτικές ειδήσεις και αναλύσεις, χωρίς περιττό θόρυβο.