Του Κώστα Ράπτη
Το “μνημόνιο του Ισλαμαμπάντ” μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν δεν ισχύει πλέον. Το δήλωσε αρμοδίως ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ. Όμως οι συνομιλίες μεταξύ των δύο πλευρών μπορούν να συνεχιστούν. Και αυτό επίσης δηλώθηκε αρμοδίως προς το Γερμανικό Πρακτορείο από Αμερικανό αξιωματούχο, ο οποίος ανέφερε χαρακτηριστικά ότι “οι ΗΠΑ παραμένουν δεσμευμένες στην εξεύρεση λύσης και οι τεχνικές συνομιλίες συνεχίζονται”, μολονότι το Ιράν “παραβίασε” την καταρχήν συμφωνία σε “απαράδεκτο επίπεδο”.
Το ότι ο νέος γύρος ανάφλεξης που προέκυψε τις τελευταίες ημέρες στον Περσικό Κόλπο δεν ακυρώνει την ιδέα μιας “ένοπλης διαπραγμάτευσης” είναι το νεότερο και βεβαίως όχι το μοναδικό παράδοξο αυτής της περιπέτειας που ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου με πρωτοβουλία των ΗΠΑ και του Ισραήλ. Και βέβαια φανερώνει τη στρατηγική αμηχανία που αποπνέουν οι χειρισμοί της κυβέρνησης Τραμπ.
Έπειτα από επιθέσεις εναντίον εμπορικών πλοίων στο στενό του Ορμούζ αποδοθείσες στο Ιράν, οι ΗΠΑ εξαπέλυσαν νέους βομβαρδισμούς την Τετάρτη και την Πέμπτη εναντίον του Ιράν, το οποίο από την πλευρά του ανταπέδωσε στοχοποιώντας αμερικανικές βάσεις στο Μπαχρέιν, το Κουβέιτ και την Ιορδανία.
Ο Αμερικανός πρόεδρος αποκάλεσε “άρρωστους” τους ηγέτες του Ιράν προσθέτοντας πως δεν θέλει πλέον να ασχολείται μαζί τους. Ωστόσο, άφησε μισάνοιχτη την πόρτα στην ενδεχόμενη συνέχιση των διαπραγματεύσεων από την ομάδα του.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα, πάντως, δεν είναι οι παλινωδίες του Τραμπ. Είναι το κατά πόσον οι Ιρανοί ιθύνοντες, ενδυναμωμένοι πολιτικά από τις μαζικές επικήδειες εκδηλώσεις για τον δολοφονηθέντα ανώτατο ηγέτη τους, αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, ενδιαφέρονται καν να ξαναμπούν σε διαπραγμάτευση.
Το Ισραήλ πιέζει
Και ένα ακόμη μεγαλύτερο πρόβλημα είναι το ότι το Ισραήλ φέρεται αποφασισμένο να κινηθεί μονομερώς κατά του Ιράν. Το “πράσινο φως” για μια τέτοια πρωτοβουλία φέρεται πως αναζήτησε ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Βενιαμίν Νετανιάχου κατά την τελευταία τηλεφωνική του επικοινωνία με τον Ντόναλντ Τραμπ.
Παράλληλα, το Ισραήλ διαβίβασε στην Ουάσινγκτον πληροφορίες των υπηρεσιών πληροφοριών του, σύμφωνα με τις οποίες το Ιράν ετοιμάζει νέο σχέδιο για να δολοφονήσει τον Ντόναλντ Τραμπ, όπως υποστήριξαν την Πέμπτη η Wall Street Journal και το CNN επικαλούμενα ανώνυμες πηγές.
Οι διαρροές αυτές έρχονται τη στιγμή που η “ειδική σχέση” μεταξύ του Ισραήλ και των Ηνωμένων Πολιτειών έχει κλονισθεί αναφορικά με τον πόλεμο στο Ιράν. Ο Αμερικανός πρόεδρος επιδόθηκε επανειλημμένα αυτές τις τελευταίες εβδομάδες σε δημόσιες επικρίσεις σε βάρος του Νετανιάχου, καθώς ο πόλεμος που διεξάγεται από το Ισραήλ εναντίον της Χεζμπολάχ στον Λίβανο απείλησε τις συνομιλίες με το Ιράν.
Πάντως η Τεχεράνη διαμηνύει ότι θα απαντήσει σε οποιαδήποτε επίθεση δεχθεί σε υποδομές του από το Ισραήλ, όπως προειδοποίησε χθες ο Μοχάμαντ Μπαγέρ Ζολγκάντρ, επικεφαλής του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας.
Τα δυσάρεστα διλήμματα των εμπλεκομένων
Η κατάπαυση του πυρός και η συνυπογραφή του “μνημονίου” υπήρξαν επιλογές που υποχρεώθηκε να κάνει ο Αμερικανός πρόεδρος, αφενός λόγω της αδυναμίας του να οδηγήσει με στρατιωτικά μέσα την Τεχεράνη, αν όχι σε “αλλαγή καθεστώτος”, τουλάχιστον σε μια συνθηκολόγηση στα κρίσιμα ζητήματα, αφετέρου δε στους φόβους για τη διεθνή οικονομία που γεννούσε η σταδιακή εξάντληση των στρατηγικών πετρελαϊκών αποθεμάτων.
Άφησε όμως η επιλογή αυτή δύο πολύ ενοχλητικές για ΗΠΑ και Ισραήλ εκκρεμότητες. Η πρώτη ήταν η κατάσταση στον Λίβανο, τον οποίο η Τεχεράνη δεν εννοεί να εγκαταλείψει, και η δεύτερη ήταν το πλεονέκτημα που απέκτησε η ιρανική πλευρά διά του ελέγχου του Στενού του Ορμούζ.
Η περίοδος σχετικής ηρεμίας αξιοποιήθηκε για τον κατευνασμό των αγορών μέσω τής (έστω και περιορισμένης) επανάληψης των εξαγωγών πετρελαίου από τον Περσικό Κόλπο, καθώς και της ανακατεύθυνσης μεγάλου μέρους τους μέσω αγωγών από τη Σαουδική Αραβία προς την Ερυθρά Θάλασσα και από τα ΗΑΕ προς τον Κόλπο του Ομάν, κατά παράκαμψη των στενών.
Το δε ζήτημα του Λιβάνου επιχειρήθηκε να αντιμετωπισθεί μέσω της συμφωνίας-πλαίσιο της φιλοδυτικής λιβανικής κυβέρνησης και του Ισραήλ, που προσφέρει πρόσχημα νομιμοποίησης της συνεχιζόμενης ισραηλινής στρατιωτικής παρουσίας βορείως των συνόρων, ενώ το ιρανικό πλεονέκτημα στο Στενό του Ορμούζ υπονομεύθηκε με τον διάπλου πλοίων τα οποία δεν έρχονταν σε συνεννόηση με τους Φρουρούς της Επανάστασης.
Όμως η προσφιλής στον Τραμπ τακτική της “αποκλιμάκωσης διά της κλιμακώσεως” δεν μπορεί να λειτουργήσει πια. Κάθε έννοια διπλωματίας έχει απαξιωθεί και η επιστροφή στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων δεν είναι εξασφαλισμένη. Η ανάφλεξη δεν μπορεί να μείνει ελεγχόμενη: είτε η αμερικανική πλευρά θα συμφιλιωθεί με το νέο δεδομένο του αναβαθμισμένου ρόλου του Ιράν στον έλεγχο της ναυσιπλοΐας είτε θα τον ανατρέψει διά των όπλων.
Επιστροφή στην αφετηρία
Όπερ συνιστά “επιστροφή στην αφετηρία” του προβλήματος. Έχει αυτή τη φορά η Ουάσινγκτον την προθυμία και τη δυνατότητα να πληρώσει το κόστος μιας μεγάλης στρατιωτικής δέσμευσης στον Περσικό Κόλπο; Έχει τρόπο να αποφύγει το ξέσπασμα μεγάλης διεθνούς οικονομικής κρίσης; Μπορεί να κρατήσει σε τροχιά τους Άραβες συμμάχους της, που έπειτα από αυτή την περιπέτεια δείχνουν να κάνουν δεύτερες σκέψεις; Και αντιστρόφως, μπορεί το ιρανικό καθεστώς να πείσει τον πληθυσμό του, που προσδοκά “κανονικότητα”, ότι είναι προτιμότερος ο δρόμος των θυσιών;
Ως προς τις αμερικανικές επιλογές, πάλι, αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι πέρα από στόχους με προφανή στρατιωτική λογική επλήγησαν την εβδομάδα αυτοί κρίσιμοι κόμβοι της λεγομένης “ευρασιατικής ολοκλήρωσης”, π.χ. η σιδηροδρομική γραμμή Τεχεράνης – Μασχάντ ή η γέφυρα Ακ Τάκεχ Χαν στην επαρχία Γκολεστάν, η οποία συνδέει το Ιράν με τους στρατηγικούς εμπορικούς εταίρους του, Κίνα και Ρωσία.
Οι μεσολαβητές, το Κατάρ και το Πακιστάν, κάλεσαν τα μέρη να τηρήσουν την καταρχήν συμφωνία και να εργαστούν για να υπάρξει αποκλιμάκωση.
Οι νέες ανταλλαγές πληγμάτων προκάλεσαν άνοδο των τιμών του πετρελαίου, με αυτή του Μπρεντ Βόρειας Θάλασσας να ανεβαίνει 5% την Τετάρτη και την επομένη κατά ακόμη 1% στα 78,85 δολάρια στις αγορές της Ασίας.