26.6 C
Athens
Sunday, July 5, 2026

Η Αθήνα,  τα γκράφιτι ,  η ελληνική διπλωματία  και το Ισραήλ

Must read

Άρθρο του Χρήστου Καπούτση

Η Ελλάδα βρίσκεται παγιδευμένη ανάμεσα στον τουρκικό αναθεωρητισμό και την επιθετική πολιτική του Ισραήλ. Αντί να κερδίζει διεθνές κύρος, η στήριξη στον Νετανιάχου  φέρνει την Ελλάδα απέναντι στον αραβικό και μουσουλμανικό κόσμο, μειώνοντας το διπλωματικό της βάρος και την εκθέτει ως χώρα που ανέχεται την εγκληματική πολιτική του Ισραήλ σε βάρος του Παλαιστινιακού λαού. Το δίλημμα είναι σαφές: στρατηγική αυτονομία ή αδιέξοδες «ισορροπίες» που κοστίζουν.

Η γεωπολιτική αυτή πίεση αντικατοπτρίζεται πλέον και στο εσωτερικό. Το επεισόδιο του δημάρχου Αθηναίων Χάρη Δούκα με την Υπουργό Τουρισμού Όλγα Κεφαλογιάννη έφερε στην επιφάνεια την ένταση γύρω από τη στάση της Ελλάδας στο παλαιστινιακό ζήτημα. Οι αντιισραηλινές επιγραφές που εμφανίστηκαν σε τοίχους της Αθήνας προκάλεσαν δυσφορία στην ισραηλινή πρεσβεία, με την Ελληνίδα υπουργό να πιέζει για άμεση αντιμετώπιση και τον δήμαρχο των Αθηναίων να απαντά,  ότι το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι οι τοίχοι, αλλά η κυβερνητική επιλογή στήριξης μιας πολιτικής που μεγάλο μέρος της διεθνούς κοινότητας θεωρεί γενοκτονική. Η αντιπαράθεση αυτή δεν είναι τυχαία ούτε δευτερεύουσα. Αποκαλύπτει μια βαθύτερη διπλωματική αμηχανία: από τη μια η κυβέρνηση επιδιώκει να ενισχύσει τους δεσμούς με το Ισραήλ για λόγους ασφάλειας και ενεργειακής συνεργασίας, από την άλλη όμως η κοινωνία και η τοπική αυτοδιοίκηση αντιδρούν, βλέποντας την Ελλάδα, την Ελληνική Κυβέρνηση,  να έχει μειωμένα ανθρωπιστικά αντανακλαστικά και αδιαφορία για την λιμοκτονία και τις δολοφονίες  αθώων, θυμάτων  της ισραηλινής βαρβαρότητας. Και να χάνει έδαφος στον αραβικό και μουσουλμανικό κόσμο. Η διένεξη Δούκα–Κεφαλογιάννη λειτουργεί έτσι ως μικρογραφία ενός ευρύτερου διπλωματικού διλήμματος: μπορεί η Ελλάδα να στηρίζει άκριτα το Ισραήλ χωρίς να καταδικάζει τις μαζικές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων; Η σιωπή έχει κόστος … Και αυτό το κόστος είναι το διεθνές κύρος της χώρας.

Δύο αναθεωρητικές δυνάμεις η Τουρκία και το Ισραήλ

Σε νέες έμμεσες απειλές κατά της Ελλάδας προχώρησε ο εκπρόσωπος του κυβερνώντος κόμματος της Τουρκίας, Ομέρ Τσελίκ. Με ύφος «εγγυητή ειρήνης», διακήρυξε ότι η στρατιωτική ισχύς της Άγκυρας αποτελεί παράγοντα σταθερότητας, προειδοποιώντας ταυτόχρονα ότι «κανείς δεν πρέπει να επιχειρήσει λανθασμένες ενέργειες στο Αιγαίο ή στη Μεσόγειο». Πρόκειται για την πάγια τακτική της Τουρκίας: να συγκαλύπτει τον αναθεωρητισμό της πίσω από ψευδεπίγραφες αναφορές στη διπλωματία.

Η Τουρκία εμφανίζεται σήμερα ως γεωπολιτικά αναβαθμισμένη δύναμη. Ο  Ταγίπ Ερντογάν συνομιλεί τόσο με τον Βλαντιμίρ Πούτιν όσο και με τον Ντόναλντ Τραμπ, διατηρώντας τη μοναδική ικανότητα «διπλού παιχνιδιού». Ωστόσο, το μεγάλο του αδύναμο σημείο είναι η ρήξη με το Ισραήλ: οι κατηγορίες για γενοκτονία στην Παλαιστίνη τον απομονώνουν από τον δυτικό κόσμο, την ώρα που ο Τραμπ δείχνει να προτιμά ως συνομιλητή τον Μπενιαμίν Νετανιάχου. Η αμερικανική διπλωματία και ο πρόεδρος ΤΡΑΜΠ, στηρίζουν ενεργά, στρατιωτικά, διπλωματικά και οικονομικά, την αναθεωρητική και επεκτατική πολιτική της Κυβέρνηση Β. Νετανιάχου, επειδή έτσι προωθούνται και με τη χρήση κτηνώδους στρατιωτικής βίας, αμερικανικά Στρατηγικά συμφέροντα στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής.

Η Ελλάδα, σε αυτό το περίπλοκο γεωπολιτικό σκάκι, έχει επιλέξει να οικοδομήσει στρατηγικές σχέσεις με το Ισραήλ, τις ΗΠΑ και τη Γαλλία, συγκροτώντας πλέγμα αποτροπής απέναντι στον τουρκικό αναθεωρητισμό. Όμως η επιλογή άκριτης στήριξης στην πολιτική Νετανιάχου έχει και κόστος: μειώνει το διεθνές κύρος της Ελλάδας, την αποξενώνει από τον αραβικό και μουσουλμανικό κόσμο και την καθιστά, de facto, εχθρό με χώρες που αντιμάχονται τη δολοφονική ισραηλινή πολιτική στην Παλαιστίνη.

Η πραγματικότητα είναι αμείλικτη: στην Ανατολική Μεσόγειο δύο δυνάμεις, Τουρκία και Ισραήλ, ακολουθούν παράλληλα επεκτατικές πολιτικές. Η Άγκυρα εργαλειοποιεί την ισχύ της σε Αιγαίο, Κύπρο, Συρία και Κουρδιστάν. Το Ισραήλ του Νετανιάχου επεκτείνει τις στρατιωτικές του επιχειρήσεις σε Παλαιστίνη, Συρία και Λίβανο.

Η Ελλάδα δεν μπορεί να αγνοεί ότι βρίσκεται ανάμεσα σε δύο αναθεωρητικές δυνάμεις με ασύμβατες, αλλά εξίσου επικίνδυνες, πολιτικές, που υλοποιούνται με στρατιωτική πυγμή. Το δίλημμα για την Ελλάδα είναι σαφές: ή θα συνεχίσει να επενδύει στη στρατηγική ψυχραιμία, με κίνδυνο να συρθεί σε τετελεσμένα, ή θα χαράξει μια ενεργητική εθνική στρατηγική που θα διασφαλίσει την αποτροπή. Γιατί στο τέλος, η μεγαλύτερη απειλή για την Ελλάδα δεν είναι ούτε η Τουρκία ούτε το Ισραήλ μεμονωμένα. Είναι η ψευδαίσθηση ότι μπορεί να συνδυάσει φιλία με το Τελ Αβίβ και «ειρηνική συνύπαρξη» με την Άγκυρα, χωρίς να πληρώσει το γεωπολιτικό τίμημα.

More articles

Latest articles