Με αφορμή την τρομοκρατική επίθεση στη Θεσσαλονίκη, το ΚΚΕ επιτίθεται στη θεωρία των δύο άκρων, προκαλώντας νέα πολιτική αντιπαράθεση για τη στάση απέναντι στη βία.
Η τρομοκρατική επίθεση στη Θεσσαλονίκη άνοιξε ξανά μια από τις πιο έντονες πολιτικές συζητήσεις των τελευταίων ετών: υπάρχει ή όχι η θεωρία των δύο άκρων; Το ΚΚΕ επέλεξε να απαντήσει επιτιθέμενο στην κυβέρνηση, απορρίπτοντας εκ νέου κάθε σύνδεση της Αριστεράς ή των κινημάτων με φαινόμενα πολιτικής βίας. Η στάση αυτή, όμως, επαναφέρει ένα διαχρονικό ερώτημα: μπορεί μια δημοκρατία να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την τρομοκρατία όταν ένα κομμάτι του πολιτικού συστήματος αρνείται ακόμη και να αναγνωρίσει ότι ο εξτρεμισμός δεν έχει μόνο ένα πρόσωπο;
Η νέα παρέμβαση του ΚΚΕ ήρθε ως απάντηση στις κυβερνητικές αναφορές περί πολιτικού εξτρεμισμού μετά την τρομοκρατική επίθεση στη Θεσσαλονίκη. Ο Περισσός επέλεξε να στρέψει τα πυρά του κατά της κυβέρνησης, απορρίπτοντας για ακόμη μία φορά τη θεωρία των δύο άκρων και κάνοντας λόγο για προσπάθεια πολιτικής εκμετάλλευσης μιας εγκληματικής ενέργειας. Η τοποθέτηση αυτή, ωστόσο, αναζωπυρώνει μια συζήτηση που επανέρχεται κάθε φορά που η πολιτική βία επιστρέφει στην επικαιρότητα: μπορεί να απορρίπτεται συνολικά η έννοια του εξτρεμισμού όταν η ίδια η ιστορία έχει καταγράψει τρομοκρατικές οργανώσεις και δολοφονικές επιθέσεις με διαφορετικές ιδεολογικές αναφορές;
Το ΚΚΕ επιμένει στο ίδιο αφήγημα
Με ιδιαίτερα επιθετική ανακοίνωση, ο Περισσός χαρακτήρισε «άθλια» την κυβερνητική στάση, κατηγορώντας τη Νέα Δημοκρατία ότι επιχειρεί να αξιοποιήσει πολιτικά μια εγκληματική ενέργεια και να επαναφέρει τη θεωρία των δύο άκρων.
Παράλληλα, υποστήριξε ότι η κυβέρνηση συκοφαντεί το εργατικό, λαϊκό και φοιτητικό κίνημα, επιμένοντας πως αυτά δεν έχουν καμία σχέση με τέτοιου είδους εγκληματικές πράξεις.
Όταν η ιδεολογία δεν αφήνει χώρο στην πραγματικότητα
Εδώ όμως αρχίζει η ουσία της πολιτικής συζήτησης.
Η θεωρία των δύο άκρων δεν αφορά την εξίσωση διαφορετικών ιδεολογιών. Αφορά την αυτονόητη διαπίστωση ότι η δημοκρατία μπορεί να δεχθεί επίθεση από κάθε μορφή πολιτικού εξτρεμισμού, ανεξάρτητα από το ιδεολογικό του πρόσημο.
Η ελληνική κοινωνία έχει βιώσει δολοφονίες, τρομοκρατικές οργανώσεις, επιθέσεις με γκαζάκια, εμπρησμούς, βόμβες και οργανωμένη πολιτική βία. Οι δράστες δεν προέρχονταν πάντα από τον ίδιο ιδεολογικό χώρο. Αυτό αποτελεί ιστορικό γεγονός και όχι πολιτική ερμηνεία.
Γι’ αυτό και προκαλεί εντύπωση η διαχρονική επιμονή του ΚΚΕ να αντιμετωπίζει κάθε αναφορά στη θεωρία των δύο άκρων περίπου ως πολιτική προβοκάτσια, αντί να αναγνωρίζει ότι κάθε μορφή τρομοκρατίας αποτελεί ευθεία επίθεση κατά της Δημοκρατίας.
Η πολιτική βία δεν αποκτά άλλο πρόσημο επειδή αλλάζει ο δράστης
Η καταδίκη της τρομοκρατίας δεν μπορεί να συνοδεύεται από αστερίσκους, εξαιρέσεις ή ιδεολογικές υποσημειώσεις.
Όταν μετά από μια δολοφονική επίθεση η δημόσια συζήτηση μεταφέρεται σχεδόν αποκλειστικά στο αν η κυβέρνηση αξιοποιεί πολιτικά το γεγονός, το πραγματικό ζήτημα περνά σε δεύτερη μοίρα: ότι ένας άνθρωπος έχασε τη ζωή του από μια τρομοκρατική ενέργεια.
Η δημοκρατική τάξη δεν προστατεύεται με επιλεκτικές ευαισθησίες ούτε με την άρνηση δυσάρεστων πραγματικοτήτων. Προστατεύεται με καθαρή στάση απέναντι σε κάθε μορφή εξτρεμισμού, χωρίς ιδεολογικές εκπτώσεις και χωρίς πολιτικές υπεκφυγές.
Η ουσία δεν αλλάζει
Η πολιτική αντιπαράθεση είναι θεμιτή. Η διαφωνία με την κυβέρνηση επίσης.
Όμως, όταν μια τρομοκρατική επίθεση μετατρέπεται πρωτίστως σε αφορμή για να καταγγελθεί η κυβέρνηση επειδή μιλά για τον κίνδυνο του εξτρεμισμού, τότε δημιουργείται η εικόνα ότι η συζήτηση μετατοπίζεται από την καταδίκη της βίας στην αποδόμηση όσων επισημαίνουν ότι η πολιτική βία παραμένει υπαρκτή απειλή.
Και αυτή ακριβώς είναι η αδυναμία του αφηγήματος του ΚΚΕ: όσο επιμένει ότι η θεωρία των δύο άκρων δεν υπάρχει, τόσο δυσκολεύεται να εξηγήσει γιατί η ελληνική κοινωνία έχει βιώσει επανειλημμένα τρομοκρατικές επιθέσεις και εγκληματικές ενέργειες που δεν προέρχονταν αποκλειστικά από έναν μόνο ιδεολογικό χώρο.