Αυτά είπε μεταξύ άλλων, μέσα σε πολεμική ατμόσφαιρα, ο γραμματέας του ΕΑΜ Μακεδονίας και στέλεχος του ΚΚΕ Νίκος Δηλαβέρης, μιλώντας σε συγκέντρωση στις 8 Δεκεμβρίου 1944, μπροστά από το Εργατικό Κέντρο Θεσσαλονίκης.
Οι μάχες στην Αθήνα μαίνονταν και η πληροφόρηση για το τι συνέβαινε εκεί ερχόταν αποκλειστικά μέσω του φιλοεαμικού Τύπου, καθώς οι παραδοσιακές εφημερίδες της πόλης δεν κυκλοφορούσαν. Δεν έβρισκαν δημοσιογραφικό χαρτί. Ήταν μια ραφιναρισμένη μορφή πολιτικής φίμωσης.
Όπως ήταν φυσικό η «Λαϊκή Φωνή» και η «Ελευθερία» παρουσίαζαν τα γεγονότα ακολουθώντας πιστά τη γραμμή του ΚΚΕ. Έτσι το οργισμένο πλήθος των αριστερών, με καθημερινές διαδηλώσεις, απαιτούσε την παραίτηση του Παπανδρέου, την τιμωρία των «ταγματαλητών» από τα λαϊκά δικαστήρια και την μη επέμβαση των Άγγλων στις ελληνικές υποθέσεις. Στις συγκεντρώσεις, που γίνονταν τόσο στο κέντρο της πόλης όσο και σε όλες τις συνοικίες, ακουγόταν το σύνθημα: «Παπανδρέου πού θα πας / θα σε πιάσει ο ΕΛΑΣ / το κεφάλι σου θα φας». Τα στελέχη του Κόμματος προσπαθούσαν να εξηγήσουν στη βάση τους πως και στη Θεσσαλονίκη θα έπαιρναν τα όπλα για να διώξουν τους καινούργιους επιδρομείς.
Στις 5 Δεκεμβρίου, με πραξικοπηματικό τρόπο, εκδιώχθηκε από τη Γενική Διοίκηση Μακεδονίας ο Γεώργιος Μόδης και ανέλαβαν οι Λεωνίδας Καραμαούνας, Φίλιππος Παπαδόπουλος και Πάνος Καλλιδόπουλος. Ούτως ή άλλως η παρουσία του Γ. Μόδη ήταν τυπική, αφού όλες οι εξουσίες είχαν περιέλθει από τις αρχές Νοεμβρίου στα χέρια του ΕΑΜ—ΚΚΕ.
Σε μια από τις μεγάλες συγκεντρώσεις συμπαράστασης στον αγωνιζόμενο αθηναϊκό λαό, μίλησε και ο Ανδρέας Τζίμας ο οποίος μόλις είχε αφιχθεί από τη Γιουγκοσλαβία. Είπε, προς γενική κατάπληξη ότι τέσσερις μεραρχίες του Τίτο περιμένουν στα σύνορα για να απελευθερώσουν τη Θεσσαλονίκη. Οι σοσιαλιστές εταίροι του ΚΚΕ στο ΕΑΜ διαμαρτυρήθηκαν και η Επιτροπή Πόλης του Κόμματος, αφού άσκησε κριτική στον Τζίμα, διέψευσε τα όσα είχε πει. Όμως ήρθε ο Νίκος Ζαχαριάδης στην 7η Ολομέλεια του ΚΚΕ (14-18 Μαϊου 1950) να ισχυριστεί πως «τις μέρες του Δεκέμβρη 1944, όταν στην Αθήνα και στον Πειραιά ο ΕΛΑΣ πολεμούσε ενάντια στους Εγγλέζους του Σκόμπι, οι Τίτο και Τέμπο ετοίμαζαν γιουγκοσλαβικές μεραρχίες και τα τμήματα του Γκότσε για να καταλάβουν την Ελληνική Μακεδονία, όπου κυριαρχούσε ο ΕΛΑΣ». Πιθανόν ο Ζαχαριάδης να ενέταξε αυτόν τον ισχυρισμό στην πολιτική γραμμή για το «πισώπλατο κτύπημα», μπορεί όμως όντως να υπήρχε ένας παρόμοιος γιουγκοσλαβικός σχεδιασμός και ο Τζίμας απλώς να τον παρουσίασε δημόσια.

Κατά τον μήνα Δεκέμβριο άρχισαν να εμφανίζονται οικονομικά προβλήματα στην Διοικητική Επιτροπή Μακεδονίας. Το ΕΑΜ υποστήριζε πως λόγω των μαχών στην Αθήνα η κυβέρνηση δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της και η τοπική βρετανική ηγεσία δια του προξένου της αρνούνταν κάθε οικονομική βοήθεια. Από την άλλη πλευρά οι Βρετανοί κατηγορούσαν την ηγεσία του ΕΑΜ—ΚΚΕ πως αυτή ήταν υπεύθυνη για την οικονομική δυσπραγία, καθώς έστειλε στα κεντρικά γραφεία του ΚΚΕ στην Αθήνα, ως ενίσχυση στον αγώνα, 60.000 χρυσά ναπολεόντεια. Συγχρόνως, είχε ξεσπάσει στο εσωτερικό του ΕΑΜ μια διαμάχη για την είσπραξη των φόρων. Η ΔΕΜ απαιτούσε υπεύθυνες να είναι οι Εφορίες μαζί με την Πολιτοφυλακή, αλλά η Επιμελητεία του Αντάρτη (ΕΤΑ), που αντλούσε την εξουσία της από μια πράξη της ΠΕΕΑ, επιφύλασσε δια εαυτήν αυτήν την αρμοδιότητα.
Μέσα σε αυτό το κλίμα προκηρύχθηκε παμμακεδονική απεργία για τα μέσα Δεκεμβρίου. Με δεδομένο πως την εξουσία σε όλη τη Μακεδονία ασκούσε το ΕΑΜ—ΚΚΕ, ουσιαστικά οι εμπνευστές της απεργίας στρεφόταν εναντίον των δικών τους πολιτικών φορέων. Πέραν τούτου, η απεργία είχε ως συνέπεια να σταματήσει η τροφοδοσία της πόλης με τρόφιμα και εμπορεύματα, κάτι που το αντιλήφθηκε η ΔΕΜ και ζήτησε από την κεντρική απεργιακή επιτροπή να διακόψει την απεργία.
Όλο αυτό το διάστημα του Δεκεμβρίου πρωτοστατούσε στις κινητοποιήσεις ο Μητροπολίτης Koζάνης Ιωακείμ, ο οποίος δεχόταν καθημερινά το κοινό στα γραφεία του ΕΑΜ όπου είχε εγκατασταθεί, υπέγραφε όλες τις διακηρύξεις του ΕΑΜ–ΕΛΑΣ κατά του Παπανδρέου και των Βρετανών, πλαισίωσε την κεντρική απεργιακή επιτροπή και εγκατέλειψε την πόλη μαζί με όλη την ηγεσία του ΕΑΜ—ΚΚΕ στις 17 Ιανουαρίου. Δεν εμφανίστηκε στην τελετή των Θεοφανίων, στις 6 Ιανουαρίου 1945, όπου χοροστάτησε ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Γεννάδιος.
Η Θεσσαλονίκη απέφυγε να υποστεί τα όσα υπέστη η Αθήνα, διότι ο Σιάντος με τον Ιωαννίδη δεν ήθελαν να ανοίξουν μέτωπο με τους Βρετανούς και στη Θεσσαλονίκη, παρά τις εισηγήσεις των Βαφειάδη και Λασσάνη. Όταν το σκέφτηκαν, την τρίτη εβδομάδα των μαχών στην Αθήνα, ήταν αργά. Στις 19 Δεκεμβρίου η βρετανική φρουρά που στρατωνιζόταν στο Καραμπουρνάκι ενισχύθηκε από τις φρουρές της Καβάλας και του Βόλου, ενώ η Ομάδα Μεραρχιών Μακεδονίας του ΕΛΑΣ είχε αποδυναμωθεί διότι μονάδες της απεστάλησαν στην Ήπειρο για να κτυπήσουν τον ΕΔΕΣ.
Στο επόμενο κείμενο, εδώ στα Μακεδονικά Νέα, θα κάνω μια αποτίμηση της Εαμοκρατίας στη Θεσσαλονίκη.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Πώς «ξηλώθηκε» η εξουσία του ΕΑΜ στη Θεσσαλονίκη
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: «Δε θα σκύψουμε το κεφάλι σε μια χούφτα δολοφόνους»