Κινδύνους εγκυμονεί η προσπάθεια του υπουργού Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, να καθησυχάσει τις αγορές ομολόγων και να περιορίσει το κόστος δανεισμού της αμερικανικής κυβέρνησης, σύμφωνα με έναν από τους πρώην μέντορές του.
Όπως αναφέρει ο βρετανικός Guardian, ο δισεκατομμυριούχος επενδυτής Στάνλεϊ Ντρακενμίλερ, ο οποίος συνεργάστηκε με τον Μπέσεντ στην εταιρεία διαχείρισης κεφαλαίων του Τζορτζ Σόρος τη δεκαετία του 1990, υποστηρίζει ότι ο πρώην συνεργάτης του αναλαμβάνει σημαντικό ρίσκο επιχειρώντας να περιορίσει τις αποδόσεις των αμερικανικών κρατικών ομολόγων.
Σε άρθρο του στη Wall Street Journal, ο Ντρακενμίλερ υποστήριξε ότι οι ΗΠΑ θα πρέπει να “αφήσουν την αγορά ομολόγων να μιλήσει”, αντί να αυξήσουν τις αγορές κρατικών τίτλων με στόχο την άνοδο των τιμών τους και, κατ’ επέκταση, τη μείωση του κόστους δανεισμού.
“Οι κυβερνήσεις που υπερασπίζονται τις τιμές απέναντι στα θεμελιώδη μεγέθη καταλήγουν πάντα να χάνουν. Το μόνο που διαφέρει είναι το πόσα θα δαπανήσουν πριν υποχωρήσουν”, έγραψε χαρακτηριστικά.
Κατά τον Ντράκενμιλερ, η Ουάσινγκτον θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη την άνοδο του κόστους δανεισμού, όπως αυτή αποτυπώνεται στις αποδόσεις των ομολόγων, και να προχωρήσει σε μέτρα για τη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος, αντί να παρεμβαίνει στην αγορά προκειμένου να πιέσει εκ νέου τις αποδόσεις προς τα κάτω.
“Η απόδοση του μακροπρόθεσμου αμερικανικού κρατικού ομολόγου είναι η σημαντικότερη τιμή στον κόσμο. Είναι επίσης ο μοναδικός δημοσιονομικός πειθαρχικός μηχανισμός που έχει απομείνει στις ΗΠΑ. Κανένα από τα δύο κόμματα δεν θα διεκδικήσει την ψήφο των πολιτών προτείνοντας μεταρρύθμιση στις κοινωνικές παροχές. Και τα δύο πέρασαν την τελευταία δεκαετία αυξάνοντας τις δεσμεύσεις τους, αγνοώντας ταυτόχρονα τα δημοσιονομικά δεδομένα”, σημείωσε.
Η παρέμβαση του Ντράκενμιλερ έρχεται μετά την απόφαση του Μπέσεντ να αυξήσει τουλάχιστον στο διπλάσιο το ανώτατο μέγεθος των επαναγορών κρατικών ομολόγων του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών, από 2 δισ. δολάρια σε 4 δισ. δολάρια.
Η κίνηση προκάλεσε προσωρινή πτώση στις αποδόσεις των μακροπρόθεσμων αμερικανικών ομολόγων, ωστόσο η υποχώρηση αυτή αναστράφηκε γρήγορα.
“Η ετυμηγορία της αγοράς ήταν άμεση και σωστή: αυτό δεν ήταν διαχείριση ρευστότητας, αλλά διαχείριση τιμών — και ένα λάθος πολύ μεγαλύτερο απ’ όσο υποδηλώνουν τα 4 δισ. δολάρια”, ανέφερε ο Ντράκενμιλερ.
Υπενθυμίζεται ότι οι αποδόσεις των ομολόγων υποχωρούν όταν οι τιμές τους αυξάνονται και αντιστρόφως.
Το CNBC μετέδωσε χθες ότι ο Μπέσεντ ενδέχεται να ενισχύσει περαιτέρω τη δυνατότητα αγοράς κρατικών ομολόγων, αξιοποιώντας τον σχεδόν 1 τρισ. δολαρίων λογαριασμό του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών, τα κεφάλαια του οποίου τηρούνται στη Federal Reserve.
Την περασμένη εβδομάδα, το αμερικανικό δημόσιο χρέος ξεπέρασε τα 40 τρισ. δολάρια και συνεχίζει να αυξάνεται, ενώ το ετήσιο δημοσιονομικό έλλειμμα αναμένεται να διαμορφωθεί φέτος στα 2 τρισ. δολάρια.
Η αντιμετώπιση του πρωτογενούς δημοσιονομικού ελλείμματος είναι “το μόνο μέτρο που μπορεί να μειώσει διατηρήσιμα τις μακροπρόθεσμες αποδόσεις“, έγραψε ο Ντράκενμιλερ στη Wall Street Journal.
“Το όφελος θα ήταν τεράστιο: ένα αξιόπιστο δημοσιονομικό πακέτο θα είχε μεγαλύτερη επίδραση στο μακροπρόθεσμο σκέλος της καμπύλης αποδόσεων από ένα πρόγραμμα επαναγορών 1.000 φορές μεγαλύτερο”, επισήμανε.
Η παρέμβαση του Μπέσεντ στην αγορά ομολόγων αποτελεί ένδειξη ότι “η Ουάσινγκτον αισθάνεται ολοένα και πιο άβολα με την εκτίναξη του μακροπρόθεσμου κόστους δανεισμού“, δήλωσε στον Guardian ο Axel Rudolph, επικεφαλής τεχνικής ανάλυσης στην πλατφόρμα επενδύσεων και συναλλαγών IG.