Του Κώστα Ράπτη
Ζει, πέθανε, πρόκειται ίσως να αναστηθεί; Ο λόγος το “πνεύμα της Αλάσκα”, ήτοι το πλαίσιο συνεννόησης στο οποίο φέρεται να οδηγήθηκαν κατά τη συνάντησή τους πέρσι τον Δεκαπενταύγουστο στο Άνκορεϊτζ οι Ντόναλντ Τραμπ και Βλαντίμιρ Πούτιν με στόχο την εκτόνωση της ουκρανικής κρίσης.
“Δεν θέλω καν να υποψιαστώ ότι η Αλάσκα, όπως και οι ενέργειες των Ευρωπαίων, σχεδιάστηκαν ώστε να κερδίσουν χρόνο για να επανεξοπλίσουν το καθεστώς του Κιέβου. Δεν θέλω καν να το σκέφτομαι. Αλλά, στην πραγματικότητα, τα πράγματα εξελίχθηκαν όπως εξελίχθηκαν”, διαπίστωσε σε εκδήλωση στρογγυλής τραπέζης την περασμένη εβδομάδα ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών, Σεργκέι Λαβρόφ, που αποτελεί κοινό μυστικό ότι ανήκει στην πτέρυγα των “σκληρών” της Μόσχας.
“Τα πάντα πλέον εξαρτώνται όχι από τις διαπραγματεύσεις, αλλά από το τι κάνουν οι ήρωές μας στην πρώτη γραμμή”, είχε τονίσει ο Λαβρόφ από τις 8 Ιουνίου. “Ήρθε η ώρα να δηλώσουμε ανοιχτά ότι δεν υπάρχουν πλέον κανόνες σχετικά με το νεοναζιστικό Κίεβο και δεν μπορούν να υπάρξουν”, φέρεται επίσης να δήλωσε ο πρώην πρόεδρος, νυν αντιπρόεδρος του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας, Ντμίτρι Μεντβέντεφ.
Ο Γιούρι Ουσακόφ, σύμβουλος του προέδρου και μέχρι τώρα υποστηρικτής της προσέγγισης με τον Τραμπ, ανακοίνωσε στις 21 Ιουνίου: “Η Ρωσία δεν αναμένει την εφαρμογή των συμφωνιών που επιτεύχθηκαν στην Αλάσκα, αλλά βασίζεται στη νίκη και την εφαρμογή των δικών της στόχων… Μόνο ένα από τα μέρη τηρεί τις συμφωνίες σήμερα. Το άλλο δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει πλήρως το δικό του μέρος”. “Oι ΗΠΑ απομακρύνονται από τις συμφωνίες που επιτεύχθηκαν μεταξύ του προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν και του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ”, διαπίστωσε την Τρίτη και ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών, Σεργκέι Ριάμπκοφ.
Η συζήτηση στο ρωσικό σύμπλεγμα εξουσίας είναι έντονη, αφότου κατέστη σαφές ότι ο Ντόναλντ Τραμπ έχει προσχωρήσει σε μια λογική “αποκλιμάκωσης διά της κλιμακώσεως” με τη Ρωσία, τώρα που το επιτρέπει (ή μήπως το επιβάλλει;) η σχετική εκτόνωση στο, διόλου ασύνδετο, μέτωπο του Περσικού Κόλπου.
Διπλωματικά, αυτό αποτυπώθηκε στη συνυπογραφή από τον Τραμπ του κοινού ανακοινωθέντος της Συνόδου της G7 που ζητεί αποστολή περισσότερων όπλων στην Ουκρανία και επιβολή νέων κυρώσεων κατά της Ρωσίας, αποτελώντας όχι μόνο μια ευκαιρία αναθέρμανσης των σχέσεων των ΗΠΑ με τους συμμάχους τους, αλλά και προαναγγελία ενός “πολέμου φθοράς” που με ανανεωμένη ένταση θα διεξαγάγει η Ουκρανία.
Επιχειρησιακά, αυτό αποτυπώνεται στα πλήγματα, κυρίως με drones, τα οποία εξαπολύει η ουκρανική πλευρά βαθιά στη ρωσική επικράτεια έναντι υποδομών και βιομηχανικών στόχων, με στόχο να διαταράξει την αίσθηση κανονικότητας της ζωής του μέσου Ρώσου, αλλά και στα ρητώς διακηρυσσόμενα σχέδια αποκοπής της Κριμαίας από τη ζώνη ρωσικού ελέγχου μέσω νέων επιθέσεων.
Ήδη οι τοπικές αρχές επέβαλαν κατάσταση έκτακτης ανάγκης στη χερσόνησο, αναστέλλοντας τις τουριστικές δραστηριότητες και τις θερινές κατασκηνώσεις έως τον Σεπτέμβριο, λόγω ανησυχιών ασφαλείας, ενώ τα πρατήρια καυσίμων σταμάτησαν όλες τις πωλήσεις καυσίμων σε ιδιώτες και επιχειρήσεις από τις 21 Ιουνίου.
Με έγκριση Λευκού Οίκου
Θα μπορούσαν όλα αυτά να θεωρηθούν απλώς επικοινωνιακός αντιπερισπασμός στο γεγονός ότι η ρωσική πλευρά εντείνει την πίεση στο μέτωπο των οχυρών του Ντονμπάς. Αλλά το σημαντικότερο είναι ότι, σύμφωνα με δημοσίευμα της “Kiyv Independent”, τα πλήγματα μεγάλου βεληνεκούς εντός της Ρωσίας έχουν λάβει διακριτικά την προσωπική συγκατάθεση του Τραμπ.
Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ, απέρριψε το δημοσίευμα, επαναλαμβάνοντας ότι η Ρωσία είναι “βαθύτατα ευγνώμων” για τις προσπάθειες μεσολάβησης που κάνουν οι ΗΠΑ. “Όμως, φυσικά, είναι αδύνατο να καταβάλει κανείς τέτοιες προσπάθειες ενώ συμμετέχει στον πόλεμο ως μέλος μίας από τις δύο πλευρές”, δήλωσε στους δημοσιογράφους.
Όμως από το φθινόπωρο η “Wall Street Journal” είχε περιγράψει διεξοδικά τη νέα αμερικανική τακτική: να βοηθηθεί η Ουκρανία να ξεπεράσει τις δυνατότητες των ρωσικών μη επανδρωμένων αεροσκαφών, να επιβληθούν περισσότερες δευτερογενείς κυρώσεις και να προκληθεί αναταραχή στο εσωτερικό της Ρωσίας. Για τον σκοπό αυτό, οι πρωτοβουλίες της αμερικανικής Βουλής και της Γερουσίας θα ενισχύσουν τις δυνατότητες κρούσης της Ουκρανίας (συμπεριλαμβανομένων των πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς), ενώ η πολιτική κυρώσεων του Τραμπ θα ασχοληθεί με το δεύτερο σκέλος. Αυτός ο συνδυασμός θα μπορούσε όντως να οδηγήσει σε αναταραχή στο εσωτερικό της Ρωσίας – και μάλιστα σε χρονιά βουλευτικών εκλογών.
Ο ίδιος ο Πούτιν αντιλαμβάνεται το διακύβευμα. “Οι επιθέσεις κατά μη στρατιωτικών υποδομών στοχεύουν να αποσταθεροποιήσουν την κοινωνία εν μέσω μιας τόσο μαζικής επίθεσης, όταν ολόκληρη η Δύση εργάζεται για λογαριασμό τους και αυτά τα drones καταφθάνουν σε τεράστιους αριθμούς, προκειμένου να δημιουργήσουν ένα κλίμα αβεβαιότητας σχετικά με τις ενέργειες των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων”, τόνισε την Τρίτη σε τελετή αποφοιτήσεως αξιωματικών.
Μάλιστα, σε περισσότερο αποκαλυψιακούς τόνους, φρόντισε να τονίσει ότι μόνο τα πυρηνικά όπλα είναι αυτά που έχουν αποτρέψει το ξέσπασμα ενός νέου παγκόσμιου πολέμου, μεταφέροντας τις εντάσεις σε περιφερειακές συγκρούσεις.
Αλλά τα διλήμματα του ισχυρού άνδρα του Κρεμλίνου είναι προφανή. Ό,τι και αν υποστηρίζουν στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας, στο Γενικό Επιτελείο, στις μυστικές υπηρεσίες ή στο υπουργείο Εξωτερικών για την ανάγκη υιοθέτησης αποφασιστικότερης πολεμικής στάσης, ο ίδιος μοιάζει να βρίσκεται πλησιέστερα στα όσα τονίζει το οικονομικό επιτελείο και η κεντρική τράπεζα, υπογραμμίζοντας τα όρια της ρωσικής οικονομίας. Και πάντως, η “αίσθηση κανονικότητας”, στην οποία ο Πούτιν επενδύει πολιτικά, είναι ασύμβατη με μια γενική επιστράτευση, η οποία θα αποτελούσε το πραγματικό μέτρο μιας περισσότερο “αποφασιστικής” στάσης.
Πώς το Κογκρέσο ενισχύει περαιτέρω την Ουκρανία
Σχεδόν δύο εβδομάδες πριν ο Τραμπ υπογράψει την προαναφερθείσα κοινή δήλωση, η αμερικανική Βουλή των Αντιπροσώπων ψήφισε νομοσχέδιο που προβλέπει την παροχή πλέον του 1 δισ. δολαρίων σε βοήθεια για την ασφάλεια και την ανοικοδόμηση της Ουκρανίας και άλλων 8 δισ. μέσω δανείων για αμυντικούς σκοπούς. Εν συνεχεία, στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής της G7, ο Τραμπ δήλωσε ότι σύντομα θα επιβάλει εκ νέου πετρελαϊκές κυρώσεις κατά της Ρωσίας, όπερ θα δημιουργήσει εκ νέου πιέσεις στην ινδο-ρωσική σχέση.
Περίπου την ίδια εποχή, ομάδα γερουσιαστών των ΗΠΑ εισήγαγε τροποποιητική νομοθεσία που θα επέτρεπε στην Ουκρανία να χρησιμοποιήσει περιουσιακά στοιχεία που κατασχέθηκαν από την Κεντρική Τράπεζα της Ρωσίας για την αγορά στρατιωτικού εξοπλισμού. Όλα αυτά συνέπεσαν με αναφορές ότι η Γερουσία εισήγαγε επίσης διατύπωση στον Νόμο περί Εθνικής Αμύνης (NDAA) του 2027, ζητώντας συνεχή υποστήριξη πληροφοριών προς την Ουκρανία καθ’ όλη τη διάρκεια του επόμενου έτους, ώστε να βοηθήσει την προσπάθειά της να ανακτήσει τα χαμένα εδάφη της.