Η αιφνιδιαστική επίσκεψη του διευθυντή της CIA, Τζον Ράτκλιφ, στη Μόσχα, οι πρωτοφανώς σκληρές απειλές της Μαρίας Ζαχάροβα προς τη Βρετανία και η κλιμάκωση των επιθέσεων στην Ουκρανία συνθέτουν ένα σκηνικό που επαναφέρει στο προσκήνιο τον μεγαλύτερο φόβο των δυτικών κυβερνήσεων: ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία μπορεί να περάσει από τη φάση της έμμεσης αντιπαράθεσης Ρωσίας και Δύσης σε μια πολύ πιο άμεση σύγκρουση.
Η επίσκεψη του Ράτκλιφ στη Μόσχα στις 25 Αυγούστου αποκτά ιδιαίτερη σημασία ακριβώς επειδή πραγματοποιήθηκε σε μια περίοδο κατά την οποία η ένταση μεταξύ Μόσχας και δυτικών χωρών αυξάνεται. Ο επικεφαλής της CIA συναντήθηκε με Ρώσους αξιωματούχους των υπηρεσιών πληροφοριών, ενώ η ρωσική πλευρά επιβεβαίωσε ότι στις συνομιλίες συμμετείχε ο επικεφαλής της SVR, Σεργκέι Ναρίσκιν.
Το μυστήριο της επίσκεψης Ράτκλιφ
Η Ουάσινγκτον και η Μόσχα επιχείρησαν αρχικά να υποβαθμίσουν τη σημασία της συνάντησης. Ο Ντόναλντ Τραμπ χαρακτήρισε την επίσκεψη “ημι-συνηθισμένη”, ενώ το Κρεμλίνο υποστήριξε ότι δεν υπήρξε συνάντηση του Ράτκλιφ με τον Βλαντίμιρ Πούτιν. Ο ίδιος ο Ναρίσκιν χαρακτήρισε τη συνάντηση με τον Αμερικανό ομόλογό του “εργασιακού επιπέδου” και δήλωσε ότι συζητήθηκαν ευαίσθητα ζητήματα που αφορούν τις υπηρεσίες πληροφοριών.
Ωστόσο, δημοσιεύματα αμερικανικών μέσων ανέφεραν ότι ο πραγματικός λόγος της μετάβασης του Ράτκλιφ στη Μόσχα ήταν πολύ πιο σοβαρός: η Ουάσινγκτον φέρεται να ήθελε να προειδοποιήσει τη Ρωσία να μην επιχειρήσει κάποια στρατιωτική ενέργεια εναντίον χώρας του ΝΑΤΟ. Σύμφωνα με πληροφορίες που επικαλούνται αμερικανικές πηγές, το ενδεχόμενο μιας ρωσικής επιχείρησης εναντίον μέλους της Συμμαχίας αποτέλεσε ένα από τα θέματα των συνομιλιών.
Η λεπτομέρεια αυτή είναι εξαιρετικά σημαντική. Διότι εάν η επίσκεψη του διευθυντή της CIA δεν αφορούσε μόνο την Ουκρανία αλλά και την πιθανότητα ρωσικής δοκιμής των ορίων του ΝΑΤΟ, τότε βρισκόμαστε μπροστά σε ένα διαφορετικό επίπεδο γεωπολιτικού κινδύνου.
Η απάντηση της Ζαχάροβα
Την ίδια ώρα η Μόσχα έστειλε το δικό της μήνυμα προς τη Δύση, με αποδέκτη αυτή τη φορά το Λονδίνο.
Η εκπρόσωπος του ρωσικού υπουργείου Εξωτερικών, Μαρία Ζαχάροβα, προειδοποίησε ότι η Ρωσία θα μπορούσε να πλήξει βρετανικούς στρατιωτικούς στόχους εντός και εκτός Ουκρανίας, εάν συνεχιστούν οι ουκρανικές επιθέσεις με βρετανικούς πυραύλους.
Η απειλή δεν ήρθε τυχαία. Η Βρετανία ανακοίνωσε ότι θα επιτρέψει στην Ουκρανία πρόσβαση σε τεχνολογία για την εγχώρια παραγωγή πυραύλων Storm Shadow, όπλων που μπορούν να πλήξουν στόχους σε μεγάλο βάθος μέσα στη ρωσική επικράτεια. Η Ρωσία θεωρεί ότι με αυτόν τον τρόπο το Λονδίνο περνά από την παροχή στρατιωτικής βοήθειας στην άμεση ενίσχυση της δυνατότητας της Ουκρανίας να χτυπά τη Ρωσία στο έδαφός της.
Η Ζαχάροβα μάλιστα προειδοποίησε ότι η Βρετανία κινδυνεύει να οδηγήσει την κατάσταση σε “εντελώς νέο επίπεδο”, ενώ κατηγόρησε μαζί με τη Γαλλία τις δύο χώρες ότι “παίζουν με τη φωτιά”.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι η Μόσχα δεν απειλεί πλέον μόνο την Ουκρανία. Απειλεί ευθέως μια μεγάλη χώρα του ΝΑΤΟ, έστω και σε επίπεδο στρατιωτικών στόχων.
Ο φαύλος κύκλος της κλιμάκωσης
Το πρόβλημα είναι ότι η δυναμική της σύγκρουσης έχει αρχίσει να δημιουργεί έναν επικίνδυνο φαύλο κύκλο.
Η Ρωσία εντείνει τις επιθέσεις με πυραύλους και drones στην Ουκρανία. Η Ουκρανία απαντά με ολοένα μεγαλύτερης εμβέλειας επιθέσεις στο ρωσικό έδαφος. Οι δυτικές χώρες αυξάνουν την παροχή όπλων και τεχνολογίας στο Κίεβο. Η Μόσχα θεωρεί ότι οι χώρες αυτές γίνονται όλο και περισσότερο μέρος του πολέμου και απειλεί με αντίποινα.
Στις 27 Αυγούστου, η Ρωσία εξαπέλυσε μεγάλης κλίμακας πυραυλικές και drone επιθέσεις εναντίον ουκρανικών πόλεων, ενώ η Ουκρανία συνεχίζει να πλήττει στόχους βαθιά μέσα στη Ρωσία.
Έτσι, η απόσταση ανάμεσα στον πόλεμο Ρωσίας – Ουκρανίας και σε μια άμεση αντιπαράθεση Ρωσίας – ΝΑΤΟ γίνεται σταδιακά μικρότερη.
Ο φόβος για το ΝΑΤΟ
Το πλέον ανησυχητικό σενάριο για τις δυτικές υπηρεσίες πληροφοριών δεν είναι απαραίτητα μια ρωσική εισβολή μεγάλης κλίμακας σε χώρα του ΝΑΤΟ. Θα μπορούσε να είναι μια περιορισμένη στρατιωτική ή υβριδική επιχείρηση, σχεδιασμένη να δοκιμάσει την πολιτική βούληση της Συμμαχίας.
Οι χώρες της Βαλτικής θεωρούνται ιδιαίτερα ευαίσθητες λόγω της γεωγραφικής τους θέσης και της γειτνίασής τους με τη Ρωσία. Αναλύσεις που δημοσιεύθηκαν μετά την επίσκεψη Ράτκλιφ εξετάζουν ακόμη και το ενδεχόμενο περιορισμένων επιθέσεων ή επιχειρήσεων που θα είχαν ως στόχο να δοκιμάσουν την αξιοπιστία του Άρθρου 5 του ΝΑΤΟ.
Αυτό εξηγεί και γιατί η επίσκεψη του επικεφαλής της CIA αποκτά τόσο μεγάλη συμβολική σημασία. Η τελευταία γνωστή επίσκεψη διευθυντή της CIA στη Μόσχα ήταν εκείνη του Ουίλιαμ Μπερνς το 2021, λίγους μήνες πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Βεβαίως, οι συνθήκες είναι διαφορετικές και κανείς δεν μπορεί να συμπεράνει από μια επίσκεψη ότι επίκειται επίθεση στη Συμμαχία. Άλλωστε ο Τραμπ έχει δημοσίως απορρίψει την εκτίμηση ότι ο Πούτιν προετοιμάζεται να επιτεθεί σε χώρα του ΝΑΤΟ.
Από την Ουκρανία σε έναν πολυμέτωπο κόσμο
Η ανησυχία, ωστόσο, δεν περιορίζεται στην Ουκρανία.
Η διεθνής ασφάλεια χαρακτηρίζεται πλέον από ταυτόχρονες κρίσεις, στρατιωτικές συγκρούσεις και ανταγωνισμούς μεταξύ μεγάλων δυνάμεων. Η Μέση Ανατολή παραμένει εξαιρετικά ασταθής, ενώ η αντιπαράθεση ΗΠΑ – Ρωσίας και η στρατηγική συνεργασία Ρωσίας – Κίνας δημιουργούν ένα πολύ πιο σύνθετο διεθνές περιβάλλον.
Το βασικό πρόβλημα δεν είναι ότι επίκειται αναγκαστικά ένας “Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος”. Είναι ότι αυξάνονται τα σημεία στα οποία μια τοπική σύγκρουση μπορεί να προκαλέσει αλυσιδωτές αντιδράσεις μεταξύ μεγάλων δυνάμεων.
Η Ουκρανία αποτελεί σήμερα το πιο επικίνδυνο σημείο αυτής της αλυσίδας. Μια ρωσική επίθεση σε στόχο βρετανικής στρατιωτικής σημασίας, μια ουκρανική επίθεση που θα προκαλούσε μεγάλες απώλειες σε ρωσικό έδαφος ή ένα περιστατικό σε χώρα του ΝΑΤΟ θα μπορούσε να δημιουργήσει πολιτικές πιέσεις για απάντηση.
Και τότε το κρίσιμο ερώτημα δεν θα είναι πλέον ποιος έχει δίκιο στη σύγκρουση, αλλά πόσο μακριά είναι διατεθειμένες να φτάσουν οι δύο πλευρές χωρίς να περάσουν το σημείο χωρίς επιστροφή.
Η επίσκεψη Ράτκλιφ στη Μόσχα και οι απειλές της Ζαχάροβα προς τη Βρετανία δείχνουν ότι οι μεγάλες δυνάμεις εξακολουθούν να διατηρούν ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας. Ταυτόχρονα, όμως, αποκαλύπτουν κάτι εξίσου σημαντικό: οι δίαυλοι αυτοί χρησιμοποιούνται πλέον όχι μόνο για διαπραγμάτευση, αλλά και για προειδοποιήσεις, αποτροπή και διαχείριση του κινδύνου μιας ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης.
Και αυτό ίσως είναι το πιο ανησυχητικό μήνυμα της σημερινής συγκυρίας.