Του Κώστα Ράπτη
Ο βομβαρδισμός από αμερικανικές δυνάμεις της ιρανικής νήσου Λαράκ, στα ανοιχτά του λιμένα του Μπαντάρ Αμπάς, και τα επακόλουθα αντίμετρα των Ιρανών εναντίον αμερικανικών εγκαταστάσεων στην Ιορδανία τερματίζουν απότομα μια περίοδο σχετικής ηρεμίας στον Περσικό Κόλπο, η οποία κράτησε περίπου έναν μήνα.
Αξίζει να αναρωτηθεί κανείς για τα κίνητρα της αμερικανικής πλευράς, η οποία είχε και την πρωτοβουλία της αναζωπύρωσης των εχθροπραξιών.
Εκ πρώτης όψεως, η νέα πολεμική ένταση δείχνει πολιτικά απρόσφορη για την κυβέρνηση Τραμπ, καθώς οι ΗΠΑ πλησιάζουν ολοένα και περισσότερο προς τις “ενδιάμεσες εκλογές” του Νοεμβρίου. Όμως ο ένοικος του Λευκού Οίκου μοιάζει ούτως ή άλλως να αντιμετωπίζει ως χαμένη υπόθεση αυτό το ραντεβού με την κάλπη.
Επιπλέον, η ένταση κάθε άλλο παρά δυσκολεύει πολιτικά τον μεγάλο σύμμαχό του στην περιοχή, Βενιαμίν Νετανιάχου, του οποίου η εκλογική δοκιμασία έρχεται ακόμη νωρίτερα. Εάν τα ιρανικά αντίμετρα αγγίξουν την ίδια την ισραηλινή επικράτεια, η πανταχόθεν βαλλόμενη κυβέρνηση Νετανιάχου θα μπορεί να ελπίζει σε πατριωτική συσπείρωση που θα την ευνοήσει εκλογικά, ίσως ακόμη και σε αναβολή των εκλογών. Για να μην συνυπολογίσει κανείς το πώς η “ιρανική απειλή” βγάζει εκτός κάδρου το εν εξάρσει κύμα βίας εποίκων και στρατού κατά των Παλαιστινίων κατοίκων της Δυτικής Όχθης του Ιορδάνη, το οποίο προκαλεί τη δυσφορία της ευρωπαϊκής διπλωματίας.
Από καθαρά αμερικανική οπτική, η εκ νέου προσφυγή στα όπλα αποτελεί έμμεση ομολογία της αποτυχίας της διακηρυχθείσας εδώ και λίγες εβδομάδες πολιτικής της “οικονομικής D-Day” κατά του Ιράν, η οποία με τη σειρά της πρόβαλε ως εναλλακτική στην ανυπαρξία προφανών στρατιωτικών λύσεων – ιδίως αφότου η Κίνα, κύριος εμπορικός εταίρος της Ισλαμικής Δημοκρατίας, διακήρυξε ότι κανένας τρίτος δεν θα έχει λόγο στις συναλλαγές της και μάλιστα απαγόρευσε νομοθετικά οποιαδήποτε συμμόρφωση των εταιρειών της με τις νέες αμερικανικές κυρώσεις.
Αξίζει να σημειώσει κανείς ότι ακόμη και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, που πρώτα έσπευσαν να ανακοινώσουν τη διακοπή των οικονομικών τους σχέσεων με το Ιράν, στην Κίνα στρέφονται όλο και περισσότερο για ζητήματα ασφαλείας, καθώς πραγματοποιούν αυτές τις μέρες στο Χοτάν για τέταρτη κατά σειρά φορά την ετήσια κοινή αεροπορική άσκηση “Falcon Shield 2026”.
Συνολικά, οι αραβικές μοναρχίες αναδεικνύονται ως ο παίκτης εκείνος ο οποίος αδυνατεί να επηρεάσει κρίσιμες για το μέλλον του αποφάσεις τόσο των συμμάχων όσο και των ανταγωνιστών του, προς οποιαδήποτε κατεύθυνση.
Κατά τα λοιπά, οι αμερικανικές παλιωδίες αποτυπώνουν ένα στρατηγικό κενό το οποίο επιχειρείται να καλυφθεί με επιχειρησιακή πολυπραγμοσύνη – τουλάχιστον όσο δεν αναγνωρίζεται ότι η διέξοδος από το αδιέξοδο μόνο διπλωματική μπορεί να είναι. Αλλά μια συμφωνία θεωρείται στην Ουάσιγκτον ως μεγαλύτερο πλήγμα από μία διαιωνιζόμενη σύγκρουση, στον βαθμό που η Τεχεράνη θέτει όρους υπονομευτικούς του αμερικανικού γοήτρου διεθνώς.
Παραμένει στους αμερικανικούς ηγετικούς κύκλους η ελπίδα ότι το Ιράν είναι δυνατό να “συρθεί” σε μια συμφωνία από θέση αδυναμίας, όμως η Τεχεράνη δεν εμφανίζεται ελαστική ούτε καν ως προς την αλληλουχία (sequencing) των πιθανών κινήσεων αμοιβαίας προσέγγισης, θέτοντας την άρση του εις βάρος της ναυτικού αποκλεισμού ως προϋπόθεση για την από μέρους της διευκόλυνση της θαλάσσιας κυκλοφορίας στο Στενό του Χορμούζ.