26.6 C
Athens
Saturday, August 15, 2026

Η Μικρασιατική πολιτική του Βενιζέλου στο Παρίσι και η ελληνική απόβαση στη Σμύρνη

Must read

Θρίαμβος της Μεγάλης Ιδέας ή μοιραία στρατηγική επιλογή;

Ο ανθελληνικός διωγμός του 1914 από τους Νεότουρκους και ο πρωτοφανής κίνδυνος καταστροφής του Μικρασιατικού Ελληνισμού έστρεψαν για πρώτη φορά την προσοχή της Ελλάδας στην αντίπερα όχθη του Αιγαίου, με την ελληνική κυβέρνηση να αναλαμβάνει τον ρόλο του προστάτη των Μικρασιατών, διαπραγματευόμενη προς όφελός τους μία εθελούσια ανταλλαγή πληθυσμών. Ωστόσο, η προοπτική της εδαφικής επέκτασης της Ελλάδας στη Μικρά Ασία εμφανίστηκε στην ελληνική πολιτική σκηνή μόλις τον Ιανουάριο του 1915, όταν, στο πλαίσιο του διπλωματικού παζαριού της Αντάντ στα Βαλκάνια, ο υπουργός Εξωτερικών της Βρετανίας, Εντουαρντ Γκρέυ, προσέφερε στην ελληνική κυβέρνηση «πολύ σπουδαίες», αλλά απροσδιόριστες, εδαφικές παραχωρήσεις στη Μικρά Ασία, ως δέλεαρ για την είσοδο της Ελλάδας στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ. Εκτοτε, η παραχώρηση εδαφικών ανταλλαγμάτων στη Μικρά Ασία θα αποτελούσε βασικό όρο των διαπραγματεύσεων των ελληνικών κυβερνήσεων με την Αντάντ έως τον Οκτώβριο του 1915, με το Μικρασιατικό να αναδεικνύεται σε κεντρικό ζήτημα της ελληνικής πολιτικής, συμβάλλοντας καθοριστικά στη φανέρωση της διάστασης απόψεων μεταξύ Ελευθερίου Βενιζέλου και Βασιλιά Κωνσταντίνου στον τομέα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, που εξελίχθηκε ραγδαία σε έναν ακήρυχτο «εμφύλιο πόλεμο» μεταξύ δύο πολιτικών κόσμων: τον Εθνικό Διχασμό.

Το τέλος του πολέμου τον Νοέμβριο του 1918, βρήκε τη διχασμένη Ελλάδα, που είχε εισέλθει τον Ιούνιο του 1917 στον πόλεμο, ενοποιημένη πια υπό την ηγεσία του Βενιζέλου, ανάμεσα στους νικητές του πολέμου και έτοιμη να διεκδικήσει την ανταμοιβή που της αναλογούσε. Ωστόσο, η δημιουργηθείσα κατάσταση την επαύριον του πολέμου παρουσιαζόταν εξαιρετικά δυσοίωνη για τη διεκδίκηση της Μικράς Ασίας. Η μυστική διπλωματία των Δυνάμεων της Αντάντ είχε προβεί στη σύναψη μιας σειράς μυστικών συμφωνιών κατά τη διάρκεια του πολέμου, που διαμοίραζαν με αποικιοκρατικό τρόπο την Ανατολία και τη Μέση Ανατολή. Εξ αυτών, η Συνθήκη του Λονδίνου παραχωρούσε το 1915 στην Ιταλία εδαφική ζώνη στη νοτιοδυτική Μικρά Ασία, ενώ το 1917, η Συμφωνία του Αγίου Ιωάννη της Μωριέννης συμπεριλάμβανε στη ζώνη αυτή τη Σμύρνη, γεγονός που έφερνε τα ιταλικά συμφέροντα σε πλήρη σύγκρουση με τα ελληνικά. Συγχρόνως, η άνευ όρων είσοδος της Ελλάδας στον πόλεμο καθιστούσε τις προτάσεις της Αντάντ το 1915 ως εργαλείο πειθούς για μια νέα αντίστοιχη πρόταση, και όχι ως εργαλείο νομιμοποίησης της ελληνικής διεκδίκησης εν όψει της Συνδιάσκεψης Ειρήνης.

Με αυτόν τον τρόπο, είχε διαμορφωθεί, ήδη από τα χρόνια του πολέμου, ένα ευρύτερο πλαίσιο ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού για την περιοχή ανάμεσα στις Μεγάλες Δυνάμεις, που ο Βενιζέλος έπρεπε, εκκινώντας διπλωματικά από το μηδέν, να αντιμετωπίσει και να υπερβεί, προκειμένου να μπορέσει η Ελλάδα να εκπληρώσει τις διεκδικήσεις της. Ο ανταγωνισμός αυτός θα αναπτυχθεί περαιτέρω μετά τον πόλεμο, μετά τη γαλλοβρετανική διαφωνία με την Ιταλία περί της ισχύος της Συμφωνίας του Αγίου Ιωάννη της Μωριέννης, την πρόθεση της Βρετανίας να αναθεωρήσει εις βάρος της Γαλλίας τη Συμφωνία Σάικς-Πικό του 1916 για τα εδάφη της Μέσης Ανατολής, και την έντονη κρίση στις γαλλοβρετανικές σχέσεις μετά τον παραμερισμό από τους Βρετανούς των υπόλοιπων συμμάχων τους στις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη της Ανακωχής του Μούδρου με την Τουρκία τον Οκτώβριο του 1918. Κατά τον Rothwell, η απροθυμία συνεργασίας των Γάλλων και των άλλων Συμμάχων με τη Βρετανία για την επιβολή της Συνθήκης των Σεβρών στην Τουρκία μετά το 1920, ίσως να έχει τις ρίζες της στη μεταχείριση της Βρετανίας απέναντί τους εκείνη την εποχή.

Οι μαραθώνιες διπλωματικές προσπάθειες του Βενιζέλου στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, στα τέλη του 1918, για την υποστήριξη των ελληνικών αξιώσεων, συμπεριλαμβανομένης και της Δυτικής Μικράς Ασίας, είχαν συναντήσει τη χλιαρότητα των Βρετανών, την επιφυλακτικότητα των Γάλλων και την πλήρη εναντίωση των Ιταλών. Σημαντικότερο αποτέλεσμα αυτών των προσπαθειών ήταν η αποδοχή της γαλλικής πρότασης για αποστολή ελληνικών στρατευμάτων στη συμμαχική επιχείρηση στην Ουκρανία τον Νοέμβριο, προκειμένου να καμφθούν οι γαλλικές επιφυλάξεις. Παρά τη δέσμευση του Γάλλου πρωθυπουργού, Ζωρζ Κλεμανσώ, για γαλλική υποστήριξη στη διεκδίκηση της Θράκης, η απάντηση για τη Σμύρνη ήταν πιο διπλωματική και συγκρατημένη, εκφράζοντας απλώς την καλή του θέληση, σε περίπτωση μιας ευνοϊκής για την Ελλάδα πρότασης από τη Βρετανία ή τις ΗΠΑ.

Ταυτόχρονα, μεγάλο ερωτηματικό παρέμενε η στάση του προέδρου των ΗΠΑ, Γούντροου Ουίλσον, ο οποίος, με την εξαγγελία των «Δεκατεσσάρων Σημείων» τον Ιανουάριο του 1918, είχε θέσει τις αρχές, βάσει των οποίων, θεωρητικά, θα θεμελιωνόταν μια δίκαιη ειρήνη στη Συνδιάσκεψη Ειρήνης στο Παρίσι.

Οι ελληνικές διεκδικήσεις αναπτύχθηκαν με το υπόμνημα της 30ής Δεκεμβρίου 1918 και υποστηρίχθηκαν προφορικά ενώπιον της Συνδιάσκεψης από τον Βενιζέλο στις αρχές Φεβρουαρίου 1919. Στην περίπτωση της Δυτικής Μικράς Ασίας, ο Ελληνας Πρωθυπουργός ανέπτυξε στρατηγικά μια πληθώρα επιχειρημάτων, η φύση των οποίων τα καθιστούσαν τρωτά σε οποιαδήποτε κριτική. Κυριότερη εξ αυτών η αμφίβολη πληθυσμιακή βάση, στην οποία στηρίχθηκε η ελληνική διεκδίκηση, όπου ο Βενιζέλος πρόσθεσε τον πληθυσμό των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου σε αυτόν της Μικράς Ασίας, ισχυριζόμενος ότι αυτά αποτελούσαν γεωγραφική και οικονομική συνέχεια της Μικρασιατικής ενδοχώρας, προκειμένου να επιτευχθεί η ελληνική πλειοψηφία στο διεκδικούμενο κομμάτι και να εναρμονιστεί η ελληνική διεκδίκηση με την αρχή της αυτοδιάθεσης και το Δωδέκατο Σημείο του Ουίλσον. Το ίδιο επιχείρημα είχε χρησιμοποιηθεί από τους Τούρκους το 1914 για τη διεκδίκησή τους επί των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου και θα χρησιμοποιούταν ξανά από τους ίδιους για τον ίδιο σκοπό στη Συνδιάσκεψη της Λωζάννης το 1923.

Η εξέταση των ελληνικών διεκδικήσεων ανατέθηκε στην απαρτιζόμενη από διπλωμάτες και εμπειρογνώμονες «Ελληνική Επιτροπή», όπου θα αποκρυσταλλώνονταν πλήρως οι θέσεις των Μεγάλων για την ελληνική αξίωση. Από τα τέλη Ιανουαρίου, η Βρετανία είχε αποφασίσει να υποστηρίξει την παραχώρηση στην Ελλάδα μιας ζώνης στην περιοχή της Σμύρνης, με τη Γαλλία να συμπαρατάσσεται μαζί της, διότι η βρετανική συνδρομή ήταν αναγκαία στο πρωταρχικό για τη Γαλλία Γερμανικό Ζήτημα, ώστε να επιβληθούν σκληροί όροι στη Γερμανία, που θα διασφάλιζαν την ασφάλεια και τη στρατιωτική και οικονομική κυριαρχία της Γαλλίας στην Ευρώπη.

Αντιθέτως, οι Ιταλοί αντιπρόσωποι, προσηλωμένοι στην εφαρμογή των μυστικών συμφωνιών, αντιτάχθηκαν στην παραχώρηση της Σμύρνης στην Ελλάδα, αμφισβητώντας, βάσει γαλλικών, αλλά και ελληνικών πηγών, τις πληθυσμιακές στατιστικές του Βενιζέλου, και προτάσσοντας οικονομικά επιχειρήματα και ζητήματα ασφαλείας για την περιοχή. Εκείνο, όμως, που θα προκαλέσει την βαθύτατη ανησυχία της ελληνικής κυβέρνησης είναι η στάση των Αμερικανών αντιπροσώπων, οι οποίοι θα προβάλλουν φιλοτουρκικές θέσεις, υποστηρίζοντας την παραμονή όλης της Μικράς Ασίας στην Τουρκία λόγω της άρρηκτης γεωγραφικής και οικονομικής σύνδεσης των μικρασιατικών παραλίων με την ενδοχώρα, και αμφισβητώντας όχι μόνο τις πληθυσμιακές στατιστικές του Βενιζέλου, αλλά ακόμα και τη βούληση των Μικρασιατών Ελλήνων για ένωση με την Ελλάδα.

Το τελικό πόρισμα της Επιτροπής αποτύπωσε τις θέσεις των αντιπροσώπων, χωρίς να δώσει κάποια στέρεη και εποικοδομητική εισήγηση, ενώ αδιέξοδο επήλθε και στην προϊστάμενη «Κεντρική Επιτροπή», με την ευθύνη της τελικής απόφασης να μετακυλίεται στους ηγέτες του Ανωτάτου Συμβουλίου. Ταυτόχρονα, ο Βενιζέλος, που, όπως σημειώνει ο μόνιμος υφυπουργός Εξωτερικών της Βρετανίας, Τσαρλς Χάρντινγκ, είχε μετατραπεί σε «persona gratissima» για τους κορυφαίους ηγέτες της Συνδιάσκεψης, πέτυχε, με προσωπική επιστολή του προς τον Ουίλσον στις 14 Μαρτίου, την αμερικανική υποστήριξη της ελληνικής διεκδίκησης στη Μικρά Ασία και την «άνωθεν» επιβολή της στους Αμερικανούς αντιπροσώπους.

Τελικά, καταλυτικός παράγοντας στις αποφάσεις της Συνδιάσκεψης για το ζήτημα αποτέλεσε η ρήξη του Ουίλσον με τους Ιταλούς για το Αδριατικό Ζήτημα και η αποχώρησή των τελευταίων από αυτή στα τέλη Απριλίου, καθώς και οι μηχανορραφίες των Ιταλών στη Μικρά Ασία για να προκαταλάβουν τις αποφάσεις της. Ερήμην των Ιταλών και παραμερίζοντας πλήρως τις προειδοποιήσεις εμπειρογνωμόνων και στρατιωτικών, το Ανώτατο Συμβούλιο αποφάσισε πρόχειρα στις 6 Μαΐου την απόβαση του Ελληνικού Στρατού στη Σμύρνη, με σκοπό την προστασία των χριστιανικών πληθυσμών και, κυρίως, την πρόληψη ενός τετελεσμένου γεγονότος με την κατάληψη της πόλης από τους Ιταλούς. Την εξέλιξη αυτή επιδίωξε σε συνεργασία με τον Βενιζέλο ο Βρετανός πρωθυπουργός, Ντέιβιντ Λόυντ Τζωρτζ, που οραματιζόταν μια ελληνοβρετανική στρατηγική συνεργασία στην Ανατολική Μεσόγειο, με τις προθέσεις του, παρά τις ασυνέπειες της πολιτικής του κατά τον πόλεμο, να είναι γνωστές στον Βενιζέλο από τις μυστικές συνομιλίες τους στο Λονδίνο τον καιρό των Βαλκανικών Πολέμων. Αμφότεροι εκμεταλλεύτηκαν τα εχθρικά αισθήματα του Αμερικανού Προέδρου απέναντι στην Ιταλία και απέσπασαν τη συγκατάθεσή του για την ελληνική απόβαση, που υπό ηρεμότερες συνθήκες ίσως απέρριπτε, ενώ συγκατάνευσε και ο λιγότερο ενθουσιώδης για το εγχείρημα Κλεμανσώ, τηρώντας τα όσα είχε δηλώσει στον Βενιζέλο τον προηγούμενο Νοέμβριο εν όψει της συμμαχικής επιχείρησης στην Ουκρανία.

Ετσι, στις 15 Μαΐου, τα ελληνικά στρατεύματα θα αποβιβαστούν στη Σμύρνη, με σκοπό τη διασφάλιση της τάξης και την προστασία των χριστιανικών πληθυσμών. Η de facto απελευθέρωση της πρωτεύουσας της Ιωνίας μετά από πέντε αιώνες αποτελούσε την εκπλήρωση ενός μακραίωνου εθνικού πόθου, προμήνυε την οριστική κατακύρωσή της στην Ελλάδα, που επικυρώθηκε σε μεγάλο βαθμό με την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών στις 10 Αυγούστου 1920, και συνιστούσε ένα μεγάλο βήμα για την επίτευξη της εθνικής ολοκλήρωσης των Ελλήνων, της Μεγάλης Ιδέας. Συγχρόνως, δικαιωνόταν φαινομενικά η πολιτική του Βενιζέλου κατά τα χρόνια του πολέμου και οι διπλωματικές του προσπάθειες μετά το τέλος αυτού.

Εκείνο που βάρυνε περισσότερο, όμως, στην απόφαση των Μεγάλων Δυνάμεων ήταν η έλλειψη επαρκών συμμαχικών στρατευμάτων για τη διατήρηση της τάξης στην Τουρκία και την επιβολή των μελλοντικών αποφάσεων της Συνδιάσκεψης. Οι ισχυρές κοινωνικές πιέσεις για αποστράτευση στη Γαλλία και τη Βρετανία και η άσχημη οικονομική τους κατάσταση λόγω του πολέμου είχαν οδηγήσει στη ραγδαία μείωση του αριθμού των στρατευμάτων τους, με τον βρετανικό στρατό, μόλις έξι μήνες από τη συνθηκολόγηση της Γερμανίας, να έχει αποστρατευθεί κατά ποσοστό μεγαλύτερο του 60%. Όπως υπογραμμίζουν εύστοχα οι Dockrill και Goold, «οι τρεις ηγέτες επηρεάστηκαν αναμφίβολα στην απόφασή τους από το γεγονός ότι δεν θα ενέπλεκε κανέναν τους στη χρησιμοποίηση των δικών τους στρατευμάτων».

Βασιζόμενος στη συμμαχική υποστήριξη και με την Τουρκία ηττημένη και εξουθενωμένη, ο Βενιζέλος θεωρούσε ότι εμφανιζόταν μια μοναδική ευκαιρία για την προσάρτηση της Δυτικής Μικράς Ασίας. Ομως, το μικρασιατικό εγχείρημα στηρίχθηκε πάνω σε ένα εύθραυστο σύστημα συμμαχιών, που θα κατέρρεε σταδιακά, από τους επόμενους κιόλας μήνες, με την απροκάλυπτη εχθρότητα των Ιταλών στη Μικρά Ασία να συνεχίζεται ακόμα και μετά την ελληνοϊταλική Συμφωνία Βενιζέλου – Τιττόνι τον Ιούλιο του 1919, τον Κλεμανσώ να εκφράζει αμφιβολίες για την ελληνική παρουσία στη Μικρά Ασία από το καλοκαίρι του 1919, τονίζοντας την προσωρινότητά της, ενώ σημαντικός ήταν ο γαλλικός ρόλος στη Διασυμμαχική Επιτροπή για τη διερεύνηση των αιματηρών εκτρόπων που συνόδευσαν την ελληνική απόβαση στη Σμύρνη, με το μυστικό της πόρισμα να εισηγείται τον Νοέμβριο του 1919 την αποχώρηση του Ελληνικού Στρατού από τη Μικρά Ασία. Ταυτόχρονα, στη Βρετανία, πολλά διπλωματικά και κυβερνητικά στελέχη θα αμφισβητήσουν και θα απομακρυνθούν από την πολιτική του Λόυντ Τζωρτζ, ενώ οι ΗΠΑ, με την υγεία του Ουίλσον να καταρρέει, θα αποστασιοποιηθούν σταδιακά από τα ευρωπαϊκά ζητήματα, περνώντας σε μια φάση απομονωτισμού.

Στον αντίποδα, η Ελλάδα αναλάμβανε το Μικρασιατικό εγχείρημα, όντας βαθιά διχασμένη λόγω του Εθνικού Διχασμού και οικονομικά αποδυναμωμένη από τον πόλεμο, αλλά και από την καθυστέρηση του ανοίγματος των συμμαχικών πιστώσεων, εκ των οποίων τελικά εκταμιεύθηκε μόλις το 1/3 από τις 850 εκατομμύρια δραχμές που προέβλεπαν οι συμφωνίες του 1918 και 1919. Παράλληλα, η επιτυχία της εξωτερικής πολιτικής του Βενιζέλου και ειδικά, η προσάρτηση της Σμύρνης, που αποτελούσε για τον ίδιο «το κυριώτερον σημείον του εθνικού μας προγράμματος», θεωρούσε ότι θα αντίστρεφε το αρνητικό κλίμα στο εσωτερικό από την αυταρχική βενιζελική διακυβέρνηση, ενώ, αντίστοιχα, ενδεχόμενη αποτυχία ικανοποίησής της, κατά την άποψη των Βρετανών, θα σήμαινε την πτώση του από την εξουσία.

Επίσης, πιεζόμενος και από την επιδείνωση της κατάστασης στη Μικρά Ασία την άνοιξη και την απειλή νέων ανθελληνικών διώξεων, όπως κατά τα χρόνια του πολέμου, ο Βενιζέλος επέμεινε στη στρατηγική επιλογή της Σμύρνης, απορρίπτοντας βιαστικά και επιπόλαια τη συζήτηση βρετανικών προτάσεων τον Απρίλιο για την παραχώρηση της Κωνσταντινούπολης στην Ελλάδα αντί της Σμύρνης, καθώς πίστευε ότι με τη Δυτική Μικρά Ασία και τη Θράκη ελληνικές, η Κωνσταντινούπολη θα έπεφτε «ως ώριμος καρπός εις τους εθνικούς κόλπους» μετά από ορισμένες γενεές, ενώ στην αντίθετη περίπτωση η Σμύρνη θα χανόταν για πάντα. Την αντίθετη άποψη φέρεται να είχαν κάποια μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου, οι οποίοι, αμφιβάλλοντας για την τελική επιτυχία της Μικρασιατικής πολιτικής λόγω της κλονισμένης εσωτερικής κατάστασης, θεωρούσαν προτιμότερη τη διεκδίκηση του συνόλου της Θράκης, συμπεριλαμβανομένης της Κωνσταντινούπολης.

Συνεπώς, η επέμβαση στη Μικρά Ασία τον Μάιο του 1919 αποδείχθηκε καίριο στρατηγικό λάθος για την Ελλάδα στην προσπάθειά της για εκπλήρωση της Μεγάλης Ιδέας, καθώς πραγματοποιήθηκε με τη χώρα βαθιά διχασμένη και οικονομικά αποδυναμωμένη, ενώ στηρίχθηκε σε ένα ρευστό συμμαχικό οικοδόμημα, το οποίο σύντομα κατέρρευσε. Ταυτόχρονα, κατέστησε αδύνατη την εξέταση εναλλακτικών λύσεων για τη Δυτική Μικρά Ασία, όπως η αυτονομία, αλλά και επιλογών που άρχισαν να προκύπτουν για την Ελλάδα, όπως αυτή της Κωνσταντινούπολης. Τέλος, μετέβαλε ριζικά την μεταπολεμική κατάσταση στην περιοχή, αφύπνισε τον τουρκικό εθνικισμό, που συσπειρώθηκε γύρω από τον Μουσταφά Κεμάλ, και εξελίχθηκε σταδιακά σε έναν αιματηρό και δαπανηρό πόλεμο για την επιβολή της Συνθήκης των Σεβρών, ο οποίος, σε συνδυασμό με τις σημαντικές μεταβολές της επόμενης τριετίας και τα μοιραία λάθη των μετανοεμβριανών κυβερνήσεων, κατέληξε μοιραία στη Μικρασιατική Καταστροφή το 1922 και τον οδυνηρό ξεριζωμό του Μικρασιατικού Ελληνισμού.


Ο Μάρκος Κακαγιάς, MSc

Βιογραφικό: Ο Μάρκος Κακαγιάς γεννήθηκε στην Αθήνα το 1999. Είναι πτυχιούχος του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου και τελειόφοιτος του μεταπτυχιακού προγράμματος σπουδών «Πολιτική Επιστήμη και Νεότερη Ιστορία» του ίδιου τμήματος, με εξειδίκευση στη Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορία. Η διπλωματική του εργασία, η οποία βασίζεται σε αδημοσίευτο αρχειακό υλικό από ελληνικά, βρετανικά και αμερικανικά αρχεία, καθώς και σε πλούσια ελληνική και διεθνή βιβλιογραφία, αφορά τη Μικρασιατική πολιτική της Ελλάδας στο πλαίσιο των ευρύτερων εξελίξεων την επαύριον του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου (1918-1919), την οποία εξετάζει με την προσέγγιση της διεθνικής ιστορίας (transnational history). Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα εστιάζονται στην Ελληνική και Ευρωπαϊκή Ιστορία του πρώτου μισού του 20ού αιώνα.

More articles

Latest articles