27.9 C
Athens
Friday, July 24, 2026

Rystad Energy: Τα 4 σενάρια για την κρίση Ιράν – ΗΠΑ και οι επιπτώσεις τους στις διεθνείς τιμές πετρελαίου

Must read

Του Χάρη Φλουδόπουλου  

Τέσσερα διαφορετικά σενάρια για την εξέλιξη της σύγκρουσης μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν και τις επιπτώσεις που θα μπορούσε να έχει καθένα από αυτά στις διεθνείς τιμές του πετρελαίου εξετάζει η Rystad Energy.

Η ανάλυση περιλαμβάνει από την πλήρη αποκλιμάκωση και την εξομάλυνση των εμπορικών ροών έως την επανέναρξη των εχθροπραξιών και την ταυτόχρονη διακοπή της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ και στο Μπαμπ ελ Μαντέμπ. Η Rystad αποδίδει διαφορετικές πιθανότητες σε κάθε ενδεχόμενο, θεωρώντας πιθανότερη μια περιορισμένη συμφωνία, χωρίς όμως να αποκλείει μια παρατεταμένη στασιμότητα ή μια νέα στρατιωτική κλιμάκωση.

Πρώτο σενάριο: Πλήρης επίλυση της κρίσης

Το ευνοϊκότερο για την αγορά σενάριο είναι εκείνο της πλήρους επίλυσης της κρίσης, στο οποίο η Rystad αποδίδει πιθανότητα μόλις 5%.

Για να επιτευχθεί μια τέτοια εξέλιξη θα απαιτούνταν ταχεία αποκλιμάκωση, δεσμευτικοί περιορισμοί στο πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, άρση των κυρώσεων και πλήρης αποκατάσταση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας.

Σε αυτή την περίπτωση, το γεωπολιτικό ασφάλιστρο κινδύνου θα υποχωρούσε και οι φυσικές ροές πετρελαίου από τον Περσικό Κόλπο θα ομαλοποιούνταν. Τα ασιατικά διυλιστήρια θα αποκτούσαν εκ νέου πρόσβαση στις κατάλληλες ποιότητες όξινου αργού, ενώ η αποκατάσταση των εξαγωγών θα οδηγούσε σταδιακά σε αποκλιμάκωση των περιθωρίων διύλισης και των τιμών των πετρελαϊκών προϊόντων.

Η πτώση του Brent, πάντως, δεν αναμένεται να είναι απότομη. Η αρχική αύξηση της ζήτησης από τα διυλιστήρια, αλλά και η πιθανότητα επαναπλήρωσης των στρατηγικών αποθεμάτων όταν η αγορά χαλαρώσει, θα μπορούσαν να δημιουργήσουν ένα επίπεδο στήριξης για τις τιμές.

Δεύτερο σενάριο: Περιορισμένη συμφωνία

Ως πιθανότερο ενδεχόμενο, με πιθανότητα 40%, αξιολογείται μια περιορισμένη συμφωνία, η οποία θα οδηγούσε σε ελεγχόμενη ανάκαμψη των ροών, χωρίς όμως να εξαλείψει πλήρως τους γεωπολιτικούς κινδύνους.

Σύμφωνα με αυτό το σενάριο, η ένταση των επιθέσεων υποχωρεί και η διπλωματία επανέρχεται ως βασικό κανάλι επικοινωνίας μεταξύ των δύο πλευρών. Μια ενδιάμεση συμφωνία επιτρέπει την αποκατάσταση μέρους του εμπορίου, χωρίς ωστόσο να επιλύει το πυρηνικό ζήτημα ή να αφαιρεί από το Ιράν τη δυνατότητα άσκησης πίεσης στις θαλάσσιες μεταφορές.

Η επιστροφή της αγοράς στην κανονικότητα θα απαιτούσε χρόνο, καθώς θα έπρεπε να αποσυμφορηθούν οι δεξαμενές αποθήκευσης στον Κόλπο, να ανακατασκευαστούν τα προγράμματα φόρτωσης και να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη των ναυτιλιακών εταιρειών.

Κατά τη μεταβατική περίοδο, τα περιθώρια διύλισης θα παρέμεναν υψηλά. Τα ασιατικά διυλιστήρια θα συνέχιζαν να ανταγωνίζονται για τις διαθέσιμες ποσότητες όξινου αργού του Περσικού Κόλπου, ενώ οι αμερικανικές μονάδες θα στρέφονταν περισσότερο σε βαριές ποιότητες από τον Καναδά και τη Νότια Αμερική. Η Ευρώπη, από την πλευρά της, θα απορροφούσε μεγαλύτερες ποσότητες ελαφρού γλυκού αργού και θα ανταγωνιζόταν εντονότερα για ντίζελ και άλλα μεσαία αποστάγματα.

Σε αυτή την περίπτωση, οι τιμές του πετρελαίου θα μπορούσαν να υποχωρήσουν από τα υψηλά της κρίσης, διατηρώντας όμως σημαντικό ασφάλιστρο κινδύνου.

Τρίτο σενάριο: Παρατεταμένη στασιμότητα

Πιθανότητα 35% αποδίδεται στο σενάριο της στασιμότητας, κατά το οποίο δεν επιτυγχάνεται ουσιαστική συμφωνία, αλλά ούτε και επιστρέφει η σύγκρουση σε πλήρη ένταση.

Η διεθνής αγορά θα μάθαινε σταδιακά να λειτουργεί υπό τη διαρκή απειλή νέων επιθέσεων, προσαρμόζοντας τις εμπορικές διαδρομές και τις πηγές προμήθειας. Ωστόσο, οι ναύλοι, τα ασφάλιστρα και το συνολικό κόστος μεταφοράς θα παρέμεναν αυξημένα.

Κρίσιμος παράγοντας σε αυτό το σενάριο είναι η διατήρηση των σαουδαραβικών εξαγωγών από το λιμάνι Γιανμπού στην Ερυθρά Θάλασσα. Περίπου 4 εκατ. βαρέλια ημερησίως εξέρχονται από το συγκεκριμένο λιμάνι, με περίπου 2,5 εκατ. βαρέλια ημερησίως να συνεχίζουν προς τον νότο μέσω του Μπαμπ ελ Μαντέμπ.

Η ανάλυση προϋποθέτει ότι η συγκεκριμένη διαδρομή παραμένει λειτουργική. Ακόμη και έτσι, οι απειλές και οι επιθέσεις στην περιοχή θα διατηρούσαν αυξημένα τα ναύλα και το κόστος ασφάλισης.

Εφόσον συνεχιστεί ή επιδεινωθεί το έλλειμμα στο παγκόσμιο ισοζύγιο αργού και υγρών καυσίμων, οι τιμές είναι πιθανό να κινηθούν υψηλότερα τις επόμενες εβδομάδες.

Οι αποδεσμεύσεις στρατηγικών αποθεμάτων θα μπορούσαν να περιορίσουν τις απότομες ανατιμήσεις, όχι όμως να διορθώσουν το πρόβλημα της ασυμβατότητας μεταξύ των διαθέσιμων ποιοτήτων αργού και των αναγκών των διυλιστηρίων. Ασιατικές μονάδες που έχουν σχεδιαστεί για όξινο αργό ενδέχεται να μειώσουν την παραγωγή τους, ακόμη και αν υπάρχουν διαθέσιμες ποσότητες ελαφρύτερου πετρελαίου.

Αυτό θα διατηρούσε ισχυρές τις τιμές του ντίζελ και των αεροπορικών καυσίμων, ενώ κάθε νέα έξαρση της έντασης θα προκαλούσε μεγαλύτερη αντίδραση στις αγορές.

Τέταρτο σενάριο: Επανέναρξη των εχθροπραξιών

Το δυσμενέστερο σενάριο, στο οποίο αποδίδεται πιθανότητα 20%, προβλέπει κατάρρευση των διαπραγματεύσεων, συνέχιση και διεύρυνση της άμεσης σύγκρουσης ΗΠΑ και Ιράν και διακοπή των ροών τόσο από τα Στενά του Ορμούζ όσο και από το Μπαμπ ελ Μαντέμπ.

Σε αυτή την περίπτωση, το έλλειμμα στην αγορά θα υπερέβαινε τις δυνατότητες των υφιστάμενων μηχανισμών ασφαλείας και των εναλλακτικών διαδρομών.

Εφόσον οι Χούθι απέκλειαν το Μπαμπ ελ Μαντέμπ, οι σαουδαραβικές εξαγωγές που μεταφέρονται μέσω Γιανμπού δεν θα μπορούσαν να φτάσουν στις ασιατικές αγορές. Η βασική εναλλακτική οδός που χρησιμοποιείται για την παράκαμψη των Στενών του Ορμούζ θα έχανε έτσι μεγάλο μέρος της χρησιμότητάς της.

Μέρος των ποσοτήτων θα μπορούσε να κινηθεί βόρεια, μέσω της Διώρυγας του Σουέζ και του αγωγού SUMED. Ωστόσο, η συγκεκριμένη επιλογή δεν μπορεί να υποκαταστήσει πλήρως τις νότιες ροές.

Τα πλήρως φορτωμένα πολύ μεγάλα δεξαμενόπλοια αντιμετωπίζουν περιορισμούς μεγέθους και βυθίσματος, με αποτέλεσμα να απαιτούνται μικρότερα πλοία, μερική φόρτωση ή πρόσθετες διαδικασίες μεταφόρτωσης. Οι περιορισμοί στη διαθεσιμότητα πλοίων, στη δυναμικότητα των λιμανιών και των αγωγών και το αυξημένο κόστος μεταφοράς θα περιόριζαν σημαντικά τις δυνατότητες αναδρομολόγησης.

Η ταυτόχρονη απώλεια ροών από τα δύο στρατηγικά περάσματα θα οδηγούσε σε απότομη διεύρυνση του γεωπολιτικού ασφαλίστρου. Οι ελλείψεις κατάλληλων ποιοτήτων αργού και οι διακοπές στις εξαγωγές πετρελαϊκών προϊόντων από τον Κόλπο θα ενίσχυαν ακόμη περισσότερο τις πιέσεις.

Τα περιθώρια διύλισης και οι τιμές του ντίζελ και των αεροπορικών καυσίμων θα αυξάνονταν κατακόρυφα. Ωστόσο, οι υψηλές τιμές δεν θα οδηγούσαν απαραίτητα σε αύξηση της παραγωγής, καθώς πολλά ασιατικά διυλιστήρια δεν μπορούν εύκολα να αντικαταστήσουν το όξινο αργό της Μέσης Ανατολής.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, θα θεωρούνταν πιθανή μια συντονισμένη αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων. Η αποτελεσματικότητά της όμως θα ήταν περιορισμένη, καθώς τα διαθέσιμα αποθέματα βρίσκονται σε διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές και δεν είναι πάντοτε συμβατά με τις τεχνικές απαιτήσεις των διυλιστηρίων.

Παράλληλα, προηγούμενες παρεμβάσεις έχουν ήδη περιορίσει τα στρατηγικά και εμπορικά αποθέματα, αφήνοντας την αγορά με λιγότερες εφεδρείες. Οι υπερβολικά υψηλές τιμές θα προκαλούσαν τελικά καταστροφή ζήτησης στις οδικές μεταφορές, στις αεροπορικές μετακινήσεις, στα πετροχημικά και στις περισσότερο ευάλωτες αναδυόμενες οικονομίες.

Λιγότερες οι αντοχές της αγοράς

Το βασικό ερώτημα για την αγορά δεν είναι πλέον μόνο η ένταση της γεωπολιτικής αντιπαράθεσης, αλλά το χρονικό διάστημα για το οποίο μπορούν να αντέξουν οι φυσικές ροές πετρελαίου και οι μηχανισμοί απορρόφησης των διαταραχών.

Μέχρι σήμερα, η μείωση των ροών από τα Στενά του Ορμούζ έχει αντισταθμιστεί εν μέρει από την άντληση αποθεμάτων, τη χρήση εναλλακτικών διαδρομών και την αξιοποίηση της πλεονάζουσας παραγωγικής δυναμικότητας.

Ωστόσο, τα περιθώρια αυτά έχουν περιοριστεί. Μεγάλο μέρος της διαθέσιμης πλεονάζουσας παραγωγικής ικανότητας έχει ήδη ενεργοποιηθεί, ενώ τα στρατηγικά και εμπορικά αποθέματα βρίσκονται σε χαμηλότερα επίπεδα σε σχέση με την έναρξη της κρίσης.

Για τον λόγο αυτό, εφόσον οι διαταραχές συνεχιστούν, οι πιθανότητες περαιτέρω ανόδου των τιμών είναι πλέον μεγαλύτερες. Η τελική κατεύθυνση της αγοράς θα εξαρτηθεί κυρίως από το κατά πόσο μπορούν να διατηρηθούν οι ροές αργού προς την Ασία, από την ικανότητα των διυλιστηρίων να προσαρμοστούν σε διαφορετικές ποιότητες πετρελαίου και από την εξέλιξη της σύγκρουσης.

Όσο περισσότερο κλιμακώνεται η ένταση, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα ανόδου των τιμών. Το μέγεθος της ανατίμησης, όμως, θα κριθεί από το εάν οι φυσικές ελλείψεις μπορούν να καλυφθούν ή εάν η αγορά θα βρεθεί αντιμέτωπη με μια παρατεταμένη απώλεια κρίσιμων ενεργειακών ροών.

More articles

Latest articles