Του Κώστα Ράπτη
Δεν είναι πόλεμος με την πλήρη σημασία της λέξης, όμως αναμφίβολα δεν είναι και ειρήνη. Η κατάσταση που έχει διαμορφωθεί στη Μέση Ανατολή μετά την κατάπαυση του πυρός μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν στις 8 Απριλίου αποτελεί εμβληματική περίπτωση αδιεξόδου, με τις δύο πλευρές να “αγοράζουν χρόνο” εν μέσω διαδοχικών επεισοδίων κλιμάκωσης και εκτόνωσης, που προσομοιάζουν με “ένοπλη διαπραγμάτευση”.
Ο αδύναμος κρίκος της διαπραγμάτευσης ονομάζεται Ντόναλντ Τραμπ. Ο ένοικος του Λευκού Οίκου δυσκολεύεται είτε να “κάνει εμπρός”, μέσω μιας επανάληψης των εχθροπραξιών σε μεγαλύτερη κλίμακα, είτε και να “κάνει πίσω”, κλείνοντας τη συγκεκριμένη περιπέτεια με μία συμφωνία με τους αντιπάλους. Την πρώτη επιλογή την παρεμποδίζει η πραγματικότητα που καταγράφηκε κατά τις πέντε εβδομάδες των μαχών μετά τη μοιραία 28η Φεβρουαρίου: άπαξ και το ιρανικό καθεστώς δεν κατέρρευσε, οποιαδήποτε “στρατιωτική λύση” για την αμερικανική πλευρά προϋποθέτει βαθμούς στρατιωτικής κινητοποίησης τους οποίους δεν μπορεί να αντέξει πολιτικά η κοινωνία των ΗΠΑ, αλλά και επιχειρησιακά ρίσκα που μπορούν να μεταφρασθούν σε σεισμικούς κλυδωνισμούς για την παγκόσμια οικονομία.
Τη δεύτερη επιλογή, πάλι, την παρεμποδίζει το γεγονός ότι η όποια συμφωνία σαφώς θα υπολείπεται των μεγαλεπήβολων “επιτυχιών” που αρέσκεται να προβάλλει ο Τραμπ – αντιθέτως, θα καταγράφει κέρδη, τα οποία η ιρανική πλευρά απέσπασε επί του πεδίου και δεν ανατρέπονται απλώς με συνομιλίες. Εξού και η όλη διαπραγματευτική χορογραφία περισσότερο περιστρέφεται γύρω από την ανατροπή των παρενεργειών του ίδιου του πολέμου (με κορυφαίο το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ) και όχι τόσο τους αρχικούς διακηρυγμένους στόχους, λ.χ. το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, το οποίο η Τεχεράνη κάθε άλλο παρά βιάζεται να συζητήσει, μέχρι να αποσπάσει τα κατάλληλα υλικά ανταλλάγματα, όπως η αποδέσμευση των παγωμένων κεφαλαίων της και η σταδιακή άρση των εις βάρος της κυρώσεων.
Στο δε επίπεδο των περιφερειακών συμμαχιών, οι ΗΠΑ βρίσκονται μεταξύ της “σφύρας” των αραβικών συμμαχιών, οι οποίες, έκθετες καθώς είναι σε πιθανά ιρανικά αντίμετρα, βδελύσσονται (εξαιρουμένων των ΗΑΕ) οποιαδήποτε προοπτική νέου πολέμου, και του “άκμονος” του Ισραήλ, το οποίο δεν παραιτείται από την ιδέα της διά στρατιωτικής χειρός αποδυνάμωσης των Ιρανών ανταγωνιστών του ή έστω της αποσύνδεσης του ευρύτερου ζητήματος από αυτό του Λιβάνου, όπου το εβραϊκό κράτος επιθυμεί να διατηρεί πλήρη ελευθερία κινήσεων έναντι της Χεζμπολάχ.
“Ακύρωση βομβαρδισμών”
Οι παλινωδίες και οι εξαγγελίες από τον Τραμπ άλλοτε επικείμενων συντριπτικών πληγμάτων κατά του Ιράν και άλλοτε επικείμενης ολοκλήρωσης μιας συμφωνίας δεν έχουν μετρημό. Γεγονός, ωστόσο, παραμένει, ότι μέχρι την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές, η δυναμική μιας αίσιας ολοκλήρωσης των συνομιλιών εμφανιζόταν ενισχυμένη.
Το βράδυ της Πέμπτης ο Τραμπ δήλωσε πως ακύρωσε νέους αμερικανικούς βομβαρδισμούς που προβλεπόταν να διεξαχθούν τη νύχτα εναντίον του Ιράν, προτού διαβεβαιώσει ότι έχει εξευρεθεί “πολύ καλή συμφωνία”, που έχει και τη συμφωνία του ανώτατου ηγέτη του Ιράν, Μοτζταμπά Χαμενεΐ. Έκανε μάλιστα λόγο περί ενδεχόμενης υπογραφής του σχετικού “μνημονίου κατανόησης” κάπου στην Ευρώπη μέσα σε αυτό το Σαββατοκύριακο, με την αμερικανική πλευρά να εκπροσωπείται από τον αντιπρόεδρο Τζ. Ντ. Βανς.
Μεγαλύτερη αξιοπιστία στις εξαγγελίες αυτές δίνει ενδεχομένως το γεγονός ότι το γραφείο του Ισραηλινού πρωθυπουργού, Βενιαμίν Νετανιάχου, έκανε γνωστό ότι σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Τραμπ απέσπασε διαβεβαίωση ότι η συμφωνία θα οδηγήσει σε απομάκρυνση του εμπλουτισμένου ουρανίου από το Ιράν, περιορισμό του βαλλιστικού του προγράμματος και τερματισμό της υποστήριξης προς περιφερειακούς δρώντες όπως η Χεζμπολάχ. Πρόκειται, ωστόσο, ακριβώς για τους όρους που αρνείται να συζητήσει η Τεχεράνη.
Παγερές ιρανικές αντιδράσεις
Ο κυριότερος διαπραγματευτής του Ιράν, ο πρόεδρος του κοινοβουλίου Μοχάμαντ Μπαγέρ Γαλιμπάφ, επέκρινε τις “λαθεμένες στρατηγικές και τις παρορμητικές αποφάσεις”, προειδοποιώντας πως οι ΗΠΑ θα παγιδευτούν σε “ατελείωτο τέλμα”.
Ο εκπρόσωπος του ιρανικού υπουργείου Εξωτερικών, Εσμαΐλ Μπαγαΐ, τόνισε πως τα σχόλια σχετικά με τον χρόνο και τον τόπο υπογραφής μιας συμφωνίας δεν είναι κάτι παραπάνω από εικασίες, υπογραμμίζοντας πως τίποτα δεν έχει οριστικοποιηθεί. Συμπλήρωσε πως ένα μεγάλο μέρος τού υπό διαπραγμάτευση σχεδίου είχε οριστικοποιηθεί προ πολλού, αλλά οι ΗΠΑ άλλαξαν επανειλημμένως τις θέσεις τους κατά τη διάρκεια των συνομιλιών.
Το επίσημο ιρανικό πρακτορείο ειδήσεων IRNA μετέδωσε χθες Παρασκευή ότι στο υπό συζήτηση κείμενο “το Ιράν δεν αναλαμβάνει καμία δέσμευση να παραχωρήσει τη διαχείριση των Στενών ούτε να αποκαταστήσει τις συνθήκες που επικρατούσαν πριν από την αμερικανική και ισραηλινή στρατιωτική επίθεση”. Κατά την ίδια πηγή, το ζήτημα του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος θα εξετασθεί κατά τις 60 ημέρες των διαπραγματεύσεων που θα διεξαγάγει η Τεχεράνη με την Ουάσινγκτον, με την ιρανική πλευρά να επιμένει στο δικαίωμά της στον εμπλουτισμό.
Πάντως οι δηλώσεις Τραμπ προκάλεσαν πτώση των τιμών του πετρελαίου χθες το πρωί, με το Μπρεντ Βόρειας Θάλασσας να υποχωρεί κατά 1,57%, στα 88,96 δολάρια στις ασιατικές αγορές.
Όλα επιστρέφουν στον Λίβανο
Υπενθυμίζεται ότι η ένοπλη σύρραξη αναζωπυρώθηκε την Κυριακή, όταν το Ιράν εκτόξευσε πυραύλους εναντίον του Ισραήλ, για πρώτη φορά αφότου ανακοινώθηκε η εύθραυστη κατάπαυση του πυρός, σε αντίποινα για ισραηλινούς βομβαρδισμούς στη Βηρυτό.
Η Τεχεράνη, προστάτιδα δύναμη της Χεζμπολάχ του Λιβάνου, επιμένει ότι ο Λίβανος, όπου ενεπλάκησαν σε νέο πόλεμο τη 2η Μαρτίου οι ισραηλινές ένοπλες δυνάμεις με το σιιτικό κίνημα, πρέπει να συμπεριληφθεί στην όποια συμφωνία με τις ΗΠΑ, προκειμένου να τερματιστεί ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή. Η Ουάσινγκτον θέλει το ζήτημα αυτό να διαχωριστεί.
Το Ισραήλ ανταπέδωσε εξαπολύοντας αεροπορικές επιδρομές, προτού τα δύο κράτη, ορκισμένοι εχθροί, ανακοινώσουν την αναστολή των εχθροπραξιών, όπως απαίτησε ο Ντόναλντ Τραμπ.
Το Ισραήλ, που σφυροκοπεί τον Λίβανο, λέει ότι έχει σκοπό να εξαλείψει τη Χεζμπολάχ.
Πάνω από 3.700 άνθρωποι έχουν σκοτωθεί στους βομβαρδισμούς και στις επιχειρήσεις στη λιβανική επικράτεια, κατά επίσημα δεδομένα, ιδίως στο νότιο τμήμα της, μέρος του οποίου πλέον κατέχει ο ισραηλινός στρατός.