Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ στηρίζει μια συμφωνία πυρηνικής συνεργασίας με το Ριάντ, η οποία θα επιτρέπει στη Σαουδική Αραβία να εμπλουτίζει ουράνιο και να επεξεργάζεται αναλωμένα πυρηνικά καύσιμα, σύμφωνα με το Reuters, που επικαλείται δύο πηγές. Η εξέλιξη αυτή ενδέχεται να προκαλέσει ανησυχία στα κράτη της περιοχής που φοβούνται την εξάπλωση των πυρηνικών όπλων.
Ακολουθούν τα βασικά ζητήματα που βρίσκονται στο επίκεντρο:
Τι έχει συμβεί μέχρι στιγμής;
Η Ουάσιγκτον και το Ριάντ συζητούν εδώ και χρόνια μια συμφωνία πυρηνικής συνεργασίας, η οποία θα δώσει στη Σαουδική Αραβία πρόσβαση στην αμερικανική τεχνολογία και θα προσφέρει στις αμερικανικές εταιρείες τη δυνατότητα να διεκδικήσουν μεγάλα συμβόλαια για τις πυρηνικές ενεργειακές εγκαταστάσεις του βασιλείου.
Όπως συμβαίνει πάντα με την πυρηνική τεχνολογία, οι ανησυχίες για την ασφάλεια, τη διάδοση των πυρηνικών όπλων και τις πολιτικές επιπλοκές σε μια ιδιαίτερα εύφλεκτη περιοχή βρίσκονται στο επίκεντρο.
Όπως όλα τα κράτη που έχουν υπογράψει τη Συνθήκη για τη Μη Διάδοση των Πυρηνικών Όπλων (NPT), η Σαουδική Αραβία έχει ήδη δεσμευθεί ότι δεν θα αναπτύξει πυρηνικό όπλο και έχει αποδεχθεί διεθνείς επιθεωρήσεις. Ωστόσο, η Ουάσιγκτον παραδοσιακά επιδιώκει πρόσθετες εγγυήσεις.
Δύο πηγές δήλωσαν αυτή την εβδομάδα στο Reuters ότι η κυβέρνηση Τραμπ είναι πλέον έτοιμη να υποβάλει τη συμφωνία στο Κογκρέσο.
Ωστόσο, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, το σύμφωνο δεν περιλαμβάνει το λεγόμενο “χρυσό πρότυπο”, το οποίο θα απαγόρευε στη Σαουδική Αραβία να εμπλουτίζει ουράνιο και να επεξεργάζεται χρησιμοποιημένα πυρηνικά καύσιμα — δύο διαδικασίες που μπορούν να αποτελέσουν οδούς για την παραγωγή υλικού κατάλληλου για πυρηνική κεφαλή — ούτε ένα “πρόσθετο πρωτόκολλο” που θα προέβλεπε αυξημένη διεθνή εποπτεία.
Οι παραλείψεις αυτές είναι πιθανό να προκαλέσουν ανησυχία στους συμμάχους των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή, συμπεριλαμβανομένου του Ισραήλ, και να εγείρουν ερωτήματα περί συνέπειας, καθώς μία από τις βασικές αιτιολογίες για τον φετινό πόλεμο των ΗΠΑ κατά του Ιράν ήταν η άρνηση της Τεχεράνης να εγκαταλείψει το πρόγραμμα εμπλουτισμού ουρανίου.
Ενδέχεται επίσης να υπάρξουν αντιδράσεις στο Κογκρέσο, όπου βουλευτές και γερουσιαστές είχαν στο παρελθόν ζητήσει αυστηρές δικλίδες ασφαλείας για οποιαδήποτε τέτοια συμφωνία.
Γιατί η Σαουδική Αραβία θέλει πυρηνικό πρόγραμμα;
Ως ο μεγαλύτερος εξαγωγέας πετρελαίου στον κόσμο, η Σαουδική Αραβία δεν φαίνεται εκ πρώτης όψεως προφανής υποψήφια για ανάπτυξη πυρηνικής ενέργειας. Ωστόσο, επιδιώκει να μειώσει τις εκπομπές άνθρακα και να απελευθερώσει περισσότερο αργό πετρέλαιο για εξαγωγές, στο πλαίσιο του οικονομικού σχεδίου Vision 2030 του διαδόχου του θρόνου, πρίγκιπα Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν.
Η Υπηρεσία Πληροφοριών Ενέργειας των ΗΠΑ (EIA) ανέφερε το 2024 ότι το 68% της ηλεκτρικής ενέργειας στη Σαουδική Αραβία παράγεται από φυσικό αέριο και το 32% από πετρέλαιο, με περίπου 1,4 εκατομμύρια βαρέλια αργού ημερησίως να καταναλώνονται για ηλεκτροπαραγωγή κατά τον μήνα αιχμής, τον Ιούνιο.
Η πυρηνική ενέργεια θα μπορούσε να αντικαταστήσει μέρος αυτής της κατανάλωσης, συμπεριλαμβανομένων των ενεργοβόρων μονάδων αφαλάτωσης νερού και των συστημάτων κλιματισμού, επιτρέποντας στο βασίλειο να αυξήσει τα έσοδά του από τις εξαγωγές πετρελαίου.
Ωστόσο, η Σαουδική Αραβία έχει επίσης δηλώσει ότι, εάν ο παλαιός αντίπαλός της, το Ιράν, αποκτήσει πυρηνικό όπλο, θα αναγκαστεί να ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο — μια δήλωση που φαίνεται να αποσκοπεί στην άσκηση μεγαλύτερης πίεσης προς την Τεχεράνη, αλλά παράλληλα ενίσχυσε τις ανησυχίες για τις δικές της φιλοδοξίες.
Πολλές χώρες που διαθέτουν πυρηνική ενέργεια δεν εμπλουτίζουν ουράνιο στο έδαφός τους, αλλά βασίζονται σε εισαγόμενο εμπλουτισμένο ουράνιο ως καύσιμο για τους αντιδραστήρες τους.
Τον Ιανουάριο του 2025, όμως, η Σαουδική Αραβία ανακοίνωσε ότι θα προχωρήσει σε εμπλουτισμό ουρανίου — διαδικασία που μπορεί επίσης να αποτελέσει μέρος στρατιωτικού πυρηνικού προγράμματος — για την παραγωγή yellowcake, υλικού που χρησιμοποιείται ως πρώτη ύλη για την παραγωγή πυρηνικών καυσίμων και το οποίο θα μπορούσε να διαθέτει προς πώληση.
Τι κερδίζουν οι ΗΠΑ;
Τα οφέλη θα μπορούσαν να είναι τόσο στρατηγικά όσο και εμπορικά.
Η συνεργασία στον τομέα της ειρηνικής πυρηνικής ενέργειας αποτελούσε σημαντικό κίνητρο, μαζί με τις εγγυήσεις ασφαλείας, στην προσπάθεια του προκατόχου του Τραμπ, Τζο Μπάιντεν, να επιτύχει συμφωνία εξομάλυνσης των σχέσεων μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Ισραήλ.
Ωστόσο, όπως έχει μεταδώσει το Reuters, τα δύο αυτά ζητήματα πλέον δεν συνδέονται, αν και μια πυρηνική συμφωνία θα μπορούσε να αποτελέσει επιπλέον κίνητρο στις διπλωματικές προσπάθειες των ΗΠΑ προς το Ριάντ. Η Σαουδική Αραβία έχει ξεκαθαρίσει ότι δεν πρόκειται να εξομαλύνει τις σχέσεις της με το Ισραήλ χωρίς την ίδρυση παλαιστινιακού κράτους.
Ο Αμερικανός υπουργός Ενέργειας, Κρις Ράιτ, συναντήθηκε πέρυσι με τον Σαουδάραβα υπουργό Ενέργειας, πρίγκιπα Αμπντουλαζίζ μπιν Σαλμάν, δηλώνοντας ότι οι δύο χώρες βρίσκονται “σε πορεία προς μια συμφωνία για την ειρηνική χρήση της πυρηνικής ενέργειας”. Δεν έκανε, ωστόσο, καμία αναφορά σε ευρύτερη συμφωνία που να αφορά άλλα ζητήματα, όπως η εξομάλυνση των σχέσεων με το Ισραήλ.
Μια τέτοια συμφωνία θα έδινε στη βιομηχανία των ΗΠΑ προνομιακή θέση για την ανάληψη συμβολαίων κατασκευής πυρηνικών σταθμών στη Σαουδική Αραβία, ενώ παράλληλα θα παρείχε στην Ουάσιγκτον καλύτερη εικόνα του πυρηνικού προγράμματος του βασιλείου, περιορίζοντας τις αμερικανικές ανησυχίες για πιθανή διάδοση πυρηνικών όπλων.
Βάσει του Άρθρου 123 του Αμερικανικού Νόμου περί Ατομικής Ενέργειας του 1954, οι ΗΠΑ μπορούν να διαπραγματεύονται συμφωνίες ουσιαστικής συνεργασίας στον τομέα της ειρηνικής πυρηνικής ενέργειας με άλλες χώρες.
Ο νόμος προβλέπει εννέα κριτήρια μη διάδοσης, τα οποία πρέπει να πληρούν τα κράτη ώστε να αποτρέπεται η χρήση της τεχνολογίας για την ανάπτυξη πυρηνικών όπλων ή η μεταφορά ευαίσθητων υλικών σε τρίτους.
Η αμερικανική νομοθεσία απαιτεί επίσης τον κοινοβουλευτικό έλεγχο τέτοιων συμφωνιών.
Η Σαουδική Αραβία διαθέτει εναλλακτικές
Ακόμη και αν η συμφωνία ΗΠΑ–Σαουδικής Αραβίας αποτύχει σε αυτό το προχωρημένο στάδιο, αρκετές χώρες με ανεπτυγμένη πυρηνική βιομηχανία έχουν ήδη εκδηλώσει ενδιαφέρον ή θεωρούνται πιθανοί εταίροι για το πυρηνικό πρόγραμμα του βασιλείου.
Η κρατική κινεζική China National Nuclear Corp (CNNC) φέρεται να υπέβαλε προσφορά το 2023 για την κατασκευή πυρηνικού σταθμού στη Σαουδική Αραβία.
Η ρωσική κρατική εταιρεία Rosatom, η οποία κατασκεύασε πυρηνικό σταθμό στην Αίγυπτο, έχει επίσης υπογράψει προκαταρκτικές συμφωνίες συνεργασίας με το Ριάντ.
Άλλοι πιθανοί υποψήφιοι είναι η Νότια Κορέα, η οποία κατασκεύασε πυρηνικούς αντιδραστήρες στα γειτονικά Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, καθώς και η Γαλλία.
Η επιλογή του εταίρου θα εξαρτηθεί πιθανότατα από την τεχνολογία που θα προσφέρει, τους όρους χρηματοδότησης και τις γεωπολιτικές ισορροπίες, συμπεριλαμβανομένων των προϋποθέσεων που θα αφορούν τη διαχείριση των πυρηνικών καυσίμων.
Εμπλουτισμός ουρανίου
Κεντρικό ζήτημα αποτελεί το κατά πόσο η Ουάσιγκτον θα συμφωνήσει να κατασκευαστεί εγκατάσταση εμπλουτισμού ουρανίου σε σαουδαραβικό έδαφος, πότε θα μπορούσε να συμβεί αυτό και εάν το προσωπικό της Σαουδικής Αραβίας θα έχει πρόσβαση στις εγκαταστάσεις ή αν αυτές θα λειτουργούν αποκλειστικά από Αμερικανούς, σε ένα καθεστώς “μαύρου κουτιού” (black box).
Χωρίς αυστηρές δικλίδες ασφαλείας ενσωματωμένες στη συμφωνία, η Σαουδική Αραβία, η οποία διαθέτει κοιτάσματα μεταλλεύματος ουρανίου στο έδαφός της, θα μπορούσε θεωρητικά να χρησιμοποιήσει μια τέτοια εγκατάσταση για να παράγει ουράνιο υψηλού εμπλουτισμού, το οποίο, εφόσον καθαριστεί επαρκώς, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως σχάσιμο υλικό για την κατασκευή πυρηνικών βομβών.
Πηγή δήλωσε στο Reuters ότι η προτεινόμενη συμφωνία ΗΠΑ–Σαουδικής Αραβίας παρέχει νομική βάση για συνεργασία στον κύκλο πυρηνικού καυσίμου, ο οποίος περιλαμβάνει και τον εμπλουτισμό ουρανίου, χωρίς όμως να υποχρεώνει την Ουάσιγκτον να μεταβιβάσει στο βασίλειο σχετική τεχνολογία ή επιχειρησιακές δυνατότητες.
Υπάρχουν επίσης διπλωματικές πτυχές: το Ισραήλ, ο σημαντικότερος περιφερειακός σύμμαχος των Ηνωμένων Πολιτειών, έχει επανειλημμένα εκφράσει την αντίθεσή του στην προοπτική ανάπτυξης ενός σαουδαραβικού προγράμματος ειρηνικής πυρηνικής ενέργειας.