Μπορεί μια χώρα να προτιμά έναν περιορισμένο πόλεμο από την ειρήνη; Η απάντηση είναι καταφατική, τουλάχιστον σύμφωνα με ανάλυση του BBC, η οποία επιχειρεί να εξηγήσει τη στρατηγική της Τεχεράνης στη νέα φάση της αντιπαράθεσης με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Όπως επισημαίνει ο αναλυτής της υπηρεσίας BBC Persian, Amir Azimi, η πρόσφατη πυραυλική επίθεση του Ιράν σε αμερικανική βάση στην Ιορδανία, η οποία οδήγησε στην επανέναρξη των αμερικανικών πληγμάτων στο ιρανικό έδαφος, φαινόταν αρχικά να έρχεται σε αντίθεση με κάθε προσπάθεια αποκλιμάκωσης.
Ωστόσο, η συγκεκριμένη κίνηση αποκτά διαφορετική διάσταση εάν θεωρηθεί ότι η ιρανική ηγεσία δεν επιδιώκει άμεσα μια κατάπαυση του πυρός, αλλά εκτιμά ότι μια ελεγχόμενη, περιορισμένη στρατιωτική αντιπαράθεση μπορεί να εξυπηρετήσει καλύτερα τα στρατηγικά της συμφέροντα.
Η “ισορροπία” που επιδιώκει η Τεχεράνη
Κατά την ανάλυση του BBC, ούτε οι Ηνωμένες Πολιτείες ούτε το Ιράν επιθυμούν σήμερα μια ολοκληρωτική πολεμική σύγκρουση.
Η Ουάσιγκτον επιχειρεί να αποφύγει μια γενικευμένη ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή, η οποία θα μπορούσε να διαταράξει σοβαρά τις ενεργειακές υποδομές της περιοχής, να οδηγήσει σε νέα εκτίναξη των τιμών του πετρελαίου και να εμπλέξει περισσότερες χώρες στη σύγκρουση, επιβαρύνοντας περαιτέρω τους αμερικανικούς στρατιωτικούς πόρους.
Από την άλλη πλευρά, το Ιράν γνωρίζει ότι οι δυνατότητές του έχουν αποδυναμωθεί σημαντικά. Η αεράμυνά του έχει υποστεί πλήγματα, κρίσιμες βιομηχανικές υποδομές παραμένουν ευάλωτες και η οικονομία συνεχίζει να δοκιμάζεται από τις διεθνείς κυρώσεις, γεγονός που καθιστά όλο και δυσκολότερη την αποκατάσταση των ζημιών από έναν γενικευμένο πόλεμο.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η Τεχεράνη φαίνεται να θεωρεί ότι μπορεί να ασκήσει μεγαλύτερη πίεση μέσω μιας ελεγχόμενης έντασης, χωρίς να οδηγηθεί σε πλήρη στρατιωτική αναμέτρηση.
Γιατί η ειρήνη μπορεί να είναι λιγότερο συμφέρουσα
Το BBC υποστηρίζει ότι μια άμεση κατάπαυση του πυρός, υπό τις σημερινές συνθήκες, ενδέχεται να αφήσει το Ιράν σε δυσμενέστερη θέση από ό,τι μια περιορισμένη σύγκρουση.
Ακόμη και αν σταματούσαν οι εχθροπραξίες, οι αμερικανικές κυρώσεις θα παρέμεναν σε ισχύ, ο ναυτικός αποκλεισμός των ιρανικών λιμανιών δεν θα αίρονταν και η χώρα θα συνέχιζε να βρίσκεται σε μεγάλο βαθμό εκτός των διεθνών αγορών ενέργειας.
Ανταγωνιστές του Ιράν, όπως η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Κατάρ, θα μπορούσαν να επανέλθουν σταδιακά σε κανονικούς ρυθμούς εξαγωγών πετρελαίου και φυσικού αερίου, αυξάνοντας το οικονομικό τους αποτύπωμα, ενώ η Τεχεράνη θα παρέμενε απομονωμένη.
Το “χαρτί” των Στενών του Ορμούζ
Η ανάλυση δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη σημασία των Στενών του Ορμούζ, από όπου διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου.
Παρά το υψηλό στρατιωτικό και οικονομικό κόστος που υφίσταται το Ιράν, οι συνεχιζόμενες αναταράξεις στα Στενά του Ορμούζ, αλλά και η δράση των Χούθι στην περιοχή του Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, εξακολουθούν να επηρεάζουν τις διεθνείς θαλάσσιες μεταφορές, τα ασφάλιστρα των πλοίων και συνολικά τις αγορές ενέργειας.
Σύμφωνα με το BBC, ακόμη και περιορισμένη αβεβαιότητα αρκεί ώστε κυβερνήσεις, ναυτιλιακές εταιρείες και μεγάλοι εισαγωγείς να λαμβάνουν σοβαρά υπόψη τις ιρανικές θέσεις.
Με άλλα λόγια, η Τεχεράνη θεωρεί ότι εξακολουθεί να διαθέτει ένα ισχυρό διαπραγματευτικό όπλο.
Η επιδίωξη νέων κανόνων στη ναυσιπλοΐα
Το Ιράν, εξάλλου, επιχειρεί να μεταφέρει τη συζήτηση πέρα από την ίδια τη στρατιωτική αντιπαράθεση.
Αντί να αποδέχεται την πλήρη ελευθερία της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, έχει επανειλημμένα αφήσει να εννοηθεί ότι η διέλευση των πλοίων θα πρέπει να γίνεται στο πλαίσιο κανόνων που θα συμφωνούνται ή θα επιβλέπονται από την ίδια την Τεχεράνη.
Εάν αυτή η ανάγνωση είναι σωστή, τότε ο στρατηγικός στόχος του Ιράν δεν είναι απλώς η επιβίωση του καθεστώτος, αλλά η αναγνώριση ενός θεσμικού ρόλου στη διαχείριση ενός από τα σημαντικότερα ενεργειακά περάσματα του κόσμου.
Το BBC εκτιμά ότι η στρατηγική αυτή συνδέεται και με τις εσωτερικές πολιτικές ισορροπίες.
Η ιρανική οικονομία συνεχίζει να αντιμετωπίζει υψηλό πληθωρισμό, ανεργία και έντονη κοινωνική δυσαρέσκεια. Σε περιόδους εξωτερικής κρίσης, ωστόσο, οι κυβερνήσεις έχουν συχνά μεγαλύτερη δυνατότητα να περιορίζουν τις εσωτερικές αντιδράσεις, να ενισχύουν τα μέτρα ασφαλείας και να συσπειρώνουν την κοινή γνώμη γύρω από την εθνική άμυνα.
Αυτό δεν λύνει τα οικονομικά προβλήματα της χώρας, μπορεί όμως να μειώσει προσωρινά την πολιτική πίεση προς το καθεστώς.
Η μεγάλη αντίφαση της στρατηγικής
Παρά τα πιθανά οφέλη, η στρατηγική αυτή ενέχει σοβαρούς κινδύνους.
Η Τεχεράνη εξακολουθεί να υφίσταται σημαντικές στρατιωτικές απώλειες και οικονομικές επιβαρύνσεις, χωρίς καμία εγγύηση ότι η σημερινή εύθραυστη ισορροπία μπορεί να διατηρηθεί επ’ αόριστον.
Το βασικό παράδοξο, σύμφωνα με την ανάλυση, είναι ότι οι “ελεγχόμενες συγκρούσεις” συχνά παύουν να είναι ελεγχόμενες. Ένα μεμονωμένο περιστατικό ή μια λανθασμένη εκτίμηση θα μπορούσε να οδηγήσει σε πολύ ευρύτερη περιφερειακή ανάφλεξη.
Το BBC επισημαίνει ότι υπάρχουν ήδη ενδείξεις διεύρυνσης της κρίσης.
Η Σαουδική Αραβία, η οποία αρχικά επιδίωκε να παραμείνει εκτός της σύγκρουσης, έχει ήδη προχωρήσει σε στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά φιλοϊρανικών σιιτικών ομάδων στο Ιράκ και εναντίον των Χούθι στην Υεμένη.
Εάν οι διαταραχές στις διεθνείς θαλάσσιες μεταφορές και στις ενεργειακές αγορές συνεχιστούν, περισσότερες χώρες που μέχρι σήμερα διατηρούν ουδέτερη στάση ενδέχεται να υποστηρίξουν μια πιο αυστηρή διεθνή απάντηση απέναντι στο Ιράν.
Το μέλλον της κρίσης θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο η Τεχεράνη θα μπορέσει να διατηρήσει αυτή τη λεπτή ισορροπία μεταξύ πίεσης και αποφυγής μιας γενικευμένης σύρραξης.
Για τις διεθνείς αγορές, το διακύβευμα παραμένει ιδιαίτερα υψηλό. Κάθε νέα κλιμάκωση μπορεί να επηρεάσει άμεσα τις τιμές του πετρελαίου, αλλά και το κόστος των θαλάσσιων μεταφορών και την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης και της Ασίας.