29.9 C
Athens
Sunday, July 12, 2026

Το “αυγό του Κολόμβου” κατά Ερντογάν και Τραμπ

Must read

Του Κώστα Ράπτη

Είναι εφικτός ο τετραγωνισμός του κύκλου; Σύμφωνα με τη “μέθοδο Τραμπ”, είναι! Η προσπάθεια του Αμερικανού προέδρου να “αποδράσει” από τις κυρώσεις που ο ίδιος είχε θεσπίσει εναντίον της Τουρκίας κατά την προηγούμενη προεδρική θητεία του, ώστε να επιτύχει τώρα την αναβάθμιση του φίλου του (και μόνου εναπομείναντος στρατιωτικά αξιόπιστου συμμάχου του στην ευρύτερη περιοχή) Ταγίπ Ερντογάν, προχωρά, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, με ευρηματικές “λύσεις”.

Το “αγκάθι” των ρωσικών αντιπυραυλικών-αντιαεροπορικών συστημάτων S-400 που έχει προμηθευτεί, παρά τις αντιρρήσεις των συμμάχων της, η Τουρκία παρακάμπτεται διά… της πωλήσεώς τους σε τρίτο μέρος, ώστε να καταστεί δυνατή η άρση των κυρώσεων του αμερικανικού νόμου CAATSA και να απεμπλακεί το ζήτημα της επανόδου της γείτονος στο πρόγραμμα συμπαραγωγής των μαχητικών F-35.

Σύμφωνα με χθεσινό δημοσίευμα της τουρκικής εφημερίδας “Hürriyet”, υπογραφόμενο από τον αρθρογράφο Αμπντουλκαντίρ Σελβί, το ερώτημα δεν είναι πλέον “τι θα απογίνουν οι S-400”, αλλά τι απέγιναν, διότι έχει συμφωνηθεί ήδη η πώλησή τους σε χώρα του Περσικού Κόλπου, πιθανότατα το (στενά συνδεόμενο ούτως ή άλλως με την Άγκυρα) Εμιράτο του Κατάρ ή ενδεχομένως τα ΗΑΕ.

Η εξέλιξη αναμενόταν, μέχρι την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές, να αποσαφηνιστεί με επίσημη ανακοίνωση εντός της ημέρας.

Ο αρθρογράφος της “Hürriyet” σημειώνει ότι το προσωπικό που θα χειριζόταν τους S-400 είχε εκπαιδευτεί στη Ρωσία και ότι η Τουρκία έχει τη δυνατότητα να θέσει τα συστήματα σε λειτουργία, ωστόσο υποστηρίζει ότι μέχρι σήμερα δεν υπήρχαν σαφείς πληροφορίες για την τύχη τους.

“Ενεργοποιήθηκαν οι S-400; Ή παραμένουν στα κουτιά τους; Ή μήπως στάλθηκαν σε άλλη χώρα; Το θέμα των S-400 παραμένει απόλυτο αίνιγμα”, σημείωνε ο Σελβί χαρακτηριστικά.

Όμως το σενάριο της πώλησης είναι σαν το αυγό του Κολόμβου, ικανοποιώντας όλες τις πλευρές: χωρίς να προσβάλλεται η Ρωσία, η Τουρκία βγάζει υλικό κέρδος από την πώληση και αποκαθιστά τις σχέσεις της με την Ουάσινγκτον, ενώ ο ίδιος ο Τραμπ θα είναι σε θέση να ισχυρισθεί ότι ενισχύεται, σε καιρούς απειλητικών εντάσεων με το Ιράν, η άμυνα ενός σημαντικού συμμάχου στον Περσικό Κόλπο.

Κατά τον επίσης Τούρκο δημοσιογράφο Γιουνούς Πακσόι, ο οποίος ειδικεύεται σε θέματα ΗΠΑ, για την άρση των κυρώσεων CAATSA αρκεί ο Αμερικανός πρόεδρος να ενημερώσει σχετικά το Κογκρέσο μέσω επιστολής, στην οποία θα βεβαιώνει ότι οι S-400 δεν είναι σε λειτουργική κατάσταση και δεν βρίσκονται πλέον στην κατοχή της Τουρκίας, η οποία από την πλευρά της θα δεσμεύεται ότι δεν θα αναπτύξει αντίστοιχες συναλλαγές με τη Ρωσία στο μέλλον. Εάν πάντως τα μέλη του Κογκρέσου δεν πειστούν, η διαδικασία μπορεί να οδηγηθεί σε ψηφοφορία.
Σύμφωνα με τον Σελβί, το Κατάρ φέρεται να αντιμετώπισε ζήτημα εμπιστοσύνης προς τα αμερικανικά συστήματα Patriot, καθώς, όπως υποστηρίζει, αυτά δεν ενεργοποιήθηκαν κατά την περσινή επίθεση του Ισραήλ εναντίον στόχου της Χαμάς επί καταριανού εδάφους, επειδή το εβραϊκό κράτος ήταν καταχωρισμένο στο λογισμικό τους ως φιλική χώρα.

Εάν πάντως οι σχετικές πληροφορίες επιβεβαιωθούν, το αποτέλεσμα των διαβουλεύσεων του Τραμπ με τον Ερντογάν στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ αυτή την εβδομάδα στην Άγκυρα θα συνιστά πλήρη εκπλήρωση της τουρκικής shopping list, καθώς, εκτός από τη διαφαινόμενη επίλυση του “γόρδιου δεσμού” των S-400 και των F-35, η Τουρκία έχει ήδη εξασφαλίσει την παροχή αμερικανικών κινητήρων για το κατασκευαζόμενο τουρκικό μαχητικό πέμπτης γενιάς KAAN, ενώ ταυτοχρόνως προχώρησε σε υπογραφή αμυντικής συμφωνίας με τη Βρετανία.

Αποδεικνύεται έτσι ότι, παρά τη “λυκοφιλία” με τον Πούτιν ή τις κορόνες προς κατανάλωση της αραβικής και ισλαμικής κοινής γνώμης, η χώρα του Ερντογάν παραμένει στενά συνδεδεμένη προς τους δυτικούς σχεδιασμούς, αναμένοντας να επωφεληθεί καταλλήλως από τον ρόλο που μπορεί να παίξει σε κινήσεις στρατηγικής πλαγιοκόπησης τόσο της Ρωσίας όσο και του Ιράν, από τον Εύξεινο Πόντο μέχρι την Κεντρική Ασία.

Οι δεσμεύσεις των Ευρωπαίων για Ουκρανία και εξοπλισμούς

Οι φανταχτερές έως ευθέως προσβλητικές δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου για τους Ευρωπαίους συμμάχους του είναι η μία όψη του νομίσματος – όχι απαραίτητα η πιο σημαντική. Διότι, αν κάτι έδειξε η Σύνοδος της Άγκυρας, είναι ότι το “ΝΑΤΟ των ονείρων του Ντόναλντ Τραμπ” είναι ήδη εδώ, με την πλήρη συναίνεση των υποτίθεται προσβεβλημένων.

Οι δεσμεύσεις των ατλαντικών εταίρων για διάθεση 70 δισ. στη συνεχιζόμενη στήριξη της Ουκρανίας, αλλά και για διοχέτευση 50 δισ. σε εξοπλιστικά προγράμματα, χαρακτηρίσθηκαν ήδη από την εμφανώς ερεθισμένη Μόσχα ως “ανεύθυνες αποφάσεις οι οποίες θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε καταστροφή” και εστιάζουν στη “στρατιωτικοποίηση της ευρωπαϊκής ηπείρου”. Και πάντως, διαψεύδουν τη φιλολογία περί διευρυνόμενου χάσματος ανάμεσα στις δύο ακτές του Ατλαντικού.

Το “νέο ΝΑΤΟ” είναι περισσότερο ιεραρχημένο και “συναλλακτικό”. Πρόκειται για μια σχετικώς χαλαρή συσσωμάτωση, όπου οι επιμέρους χώρες συμμετέχουν σε ένα προσωπικό “χρηματιστήριο” του Αμερικανού προέδρου, βλέποντας τις “μετοχές” τους να ανεβαίνουν ή να πέφτουν κατά τον βαθμό στον οποίο επιδεικνύουν την απαιτούμενη συμμόρφωση με τις προτεραιότητές του. Και οι προτεραιότητες αυτές έχουν να κάνουν με τη μετάθεση ολοένα και περισσότερων βαρών (εξαιρουμένης της αμερικανικής πυρηνικής ασπίδας), για την ευρωπαϊκή ασφάλεια και τη στήριξη της Ουκρανίας, στους ίδιους τους κατοίκους της Γηραιάς Ηπείρου, την ώρα που η Αμερική θα επικεντρώνεται στις εξωευρωπαϊκές της προκλήσεις.

Όμως τα δυσκολότερα ερωτήματα θα πρέπει στην πραγματικότητα να τα θέσουν οι Ευρωπαίοι στους εαυτούς τους. Συμβαδίζει η (από ένα σημείο και πέρα αυτοεκπληρούμενη) πολιτική της έντασης και της στρατιωτικοποίησης με τις πραγματικές δυνατότητες της Γηραιάς Ηπείρου σε αυτή τη φάση – δεδομένης ιδίως της προϊούσας αποβιομηχάνισης και της απώλειας τεχνολογικού πλεονεκτήματος, από την οποία κρίνονται πολλά και ως προς τη στρατιωτική υπεροχή; Αποτελεί η εξοπλιστική φρενίτιδα πραγματική επένδυση στο μέλλον; Και πώς θα υλοποιηθεί εν μέσω των σοβαρών δημοσιονομικών και πολιτικών εμποδίων που εγείρει η επικρατούσα στενότητα, αλλά και η απροθυμία του εύπορου Βορρά να προχωρήσει σε αποφασιστικότερο συμμερισμό βαρών;

Ήδη η Ιταλίδα πρωθυπουργός, Τζιόρτζια Μελόνι, τόνισε ότι η χώρα της επιδιώκει να τηρήσει τις δεσμεύσεις για τις αμυντικές δαπάνες, με γνώμονα τη βιωσιμότητα και τον καθορισμό των προτεραιοτήτων και των ρυθμών σύμφωνα με τις εθνικές ανάγκες. Όπως σημείωσε, τα κονδύλια που επενδύονται στην άμυνα πρέπει να κατευθύνονται σε ιταλικές βιομηχανίες και στην ενίσχυση της τεχνολογικής έρευνας.

More articles

Latest articles