Το πολιτικό σκηνικό στον ΣΥΡΙΖΑ δεν θυμίζει πλέον σοβαρή διαδικασία ανασύνταξης, αλλά μια κατάσταση παρατεταμένης αταξίας. Λίγες ημέρες πριν από την κρίσιμη συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής, η Κουμουνδούρου βρίσκεται μπροστά στο δυσκολότερο ερώτημα της μετα-Τσίπρα περιόδου: θα επιμείνει στην αυτόνομη πολιτική της παρουσία ή θα καταλήξει να λειτουργεί ως ενδιάμεσο πέρασμα προς το νέο εγχείρημα του Αλέξη Τσίπρα;
Η απάντηση, με βάση τα μέχρι τώρα δεδομένα, δύσκολα θα δοθεί σε ήπιους τόνους. Ο ΣΥΡΙΖΑ οδεύει προς την Κεντρική Επιτροπή με όλα τα μέτωπα ανοιχτά: την ηγεσία Φάμελλου να δέχεται πιέσεις, τον Νίκο Παππά να προειδοποιεί σαφώς ότι ενδεχόμενη «αναστολή» του κόμματος θα ισοδυναμούσε πολιτικά με παραίτηση, τον Παύλο Πολάκη να παραμένει εστία έντασης μετά την απομάκρυνσή του από την Κοινοβουλευτική Ομάδα και το νέο κόμμα Τσίπρα να λειτουργεί ταυτόχρονα ως πόλος έλξης και ως παράγοντας αποσύνθεσης για τον χώρο της Αριστεράς.
Σενάρια που επιβαρύνουν την Κουμουνδούρου
Στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ βρίσκονται πλέον σε ανοιχτή συζήτηση αρκετά σενάρια, κανένα από τα οποία δεν φαίνεται να είναι χωρίς σοβαρό πολιτικό κόστος. Το πρώτο αφορά την αυτόνομη κάθοδο του κόμματος στις επόμενες εκλογές, με καθαρό εκλογικό σχεδιασμό, οργανωτική ανασυγκρότηση και προσπάθεια πολιτικής ανάκτησης του χαμένου εδάφους.
Το δεύτερο προβλέπει τη συμμετοχή σε ένα ευρύτερο «μεγάλο ενωτικό σχήμα» της προοδευτικής παράταξης. Μια τέτοια επιλογή θα μπορούσε να οδηγήσει σε πολιτική συμπόρευση με το νέο εγχείρημα Τσίπρα, ωστόσο οι όροι και οι εσωτερικές ισορροπίες παραμένουν ασαφείς.
Το τρίτο και πιο εκρηκτικό σενάριο αφορά τη συζήτηση περί «αναστολής» ή, στην πράξη, ουσιαστικής αυτοδιάλυσης του ΣΥΡΙΖΑ ως αυτόνομου πολιτικού φορέα. Πρόκειται για την εκδοχή που προκαλεί τις εντονότερες αντιδράσεις, καθώς για αρκετά στελέχη δεν συνιστά μια απλή τεχνική επιλογή, αλλά πολιτική ακύρωση της ιστορικής διαδρομής του κόμματος.
Ο Νίκος Παππάς ήταν από τους πρώτους που έθεσαν δημόσια το πλαίσιο της σύγκρουσης. Κάλεσε τον Σωκράτη Φάμελλο να ενημερώσει την Κεντρική Επιτροπή για την τύχη της προηγούμενης απόφασης σχετικά με τις προοδευτικές συνεργασίες, υπογραμμίζοντας ότι η συζήτηση δεν μπορεί να διεξαχθεί «εν κενώ».
Την ίδια στιγμή, απέρριψε τα σενάρια διάλυσης, κάνοντας λόγο για «50 αποχρώσεις της αυτοδιάλυσης» και στέλνοντας σαφές μήνυμα πως όποιος εκτιμά ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις ανάγκες της κοινωνίας, πρέπει να αναλάβει και την αντίστοιχη πολιτική ευθύνη.
Στην πράξη, ο Παππάς δεν περιορίζεται σε μια απλή πολιτική ένσταση. Θέτει ζήτημα νομιμοποίησης της ηγετικής γραμμής, εφόσον αυτή κινηθεί προς την κατεύθυνση της αναστολής λειτουργίας ή της αυτοκατάργησης του κόμματος.
Ο Φάμελλος μπροστά στο πιο δύσκολο τεστ
Ο Σωκράτης Φάμελλος βρίσκεται πλέον σε μια εξαιρετικά δύσκολη θέση.
Από τη μία, έχει επιλέξει να επενδύσει στο αφήγημα της ενότητας του προοδευτικού χώρου. Από την άλλη, οφείλει να αποδείξει πειστικά ότι αυτή η ενότητα δεν ισοδυναμεί με απορρόφηση, παράδοση ή διάλυση του ΣΥΡΙΖΑ. Η κριτική που διατυπώνεται από στελέχη του κόμματος δεν περιορίζεται στο τι θα γίνει από εδώ και πέρα, αλλά αγγίζει και τον απολογισμό των τελευταίων μηνών.
Στο εσωτερικό του κόμματος καταγράφεται δυσαρέσκεια για το αν και σε ποιον βαθμό προχώρησαν οι πρωτοβουλίες συνεργασίας που είχε αποφασίσει ο ΣΥΡΙΖΑ τον Μάρτιο. Το ερώτημα παραμένει απλό, αλλά πολιτικά βαρύ: υπήρξαν ουσιαστικές διαβουλεύσεις ή το κόμμα περιορίστηκε να παρακολουθεί τις εξελίξεις μέχρι αυτές να το υπερβούν;
Αυτό ακριβώς ζητούν να πληροφορηθούν στελέχη της Κεντρικής Επιτροπής: ποιος είναι ο εκλογικός χάρτης, ποια στρατηγική ακολουθείται, ποιοι είναι οι συνομιλητές, ποιο είναι το σχέδιο επιβίωσης και ποιος διασφαλίζει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θα καταλήξει να λειτουργεί ως κόμμα-γέφυρα προς κάτι άλλο.
Η Ρένα Δούρου, από την πλευρά της, έχει απορρίψει επίσης τα σενάρια αυτοδιάλυσης, χαρακτηρίζοντάς τα επιλογή εκτός πραγματικότητας και ζητώντας προετοιμασία για τις εκλογές. Η επισήμανσή της για τη δημοσκοπική υποχώρηση του κόμματος αναδεικνύει το βάθος του προβλήματος: ο ΣΥΡΙΖΑ δεν βρίσκεται αντιμέτωπος μόνο με μια συζήτηση για την ταυτότητά του, αλλά και με το ζήτημα της πολιτικής του επιβίωσης.
Ο Πολάκης και το μέτωπο της εσωτερικής σύγκρουσης
Σαν να μην αρκούσαν όλα αυτά, ο Παύλος Πολάκης εξακολουθεί να βρίσκεται στο επίκεντρο της εσωκομματικής κρίσης. Η απομάκρυνσή του από την Κοινοβουλευτική Ομάδα με απόφαση Φάμελλου άνοιξε ένα ακόμη μέτωπο, καθώς παραμένει ανοιχτό το ερώτημα αν μπορεί ή όχι να συμμετέχει στα κομματικά όργανα. Το ζήτημα δεν περιορίζεται σε μια τυπική διαδικασία. Είναι βαθιά πολιτικό.
Ο Πολάκης εκφράζει ένα τμήμα του ΣΥΡΙΖΑ που βλέπει το κόμμα να απειλείται με πλήρη απώλεια της πολιτικής του φυσιογνωμίας. Από την άλλη, η ηγετική γραμμή επιχειρεί να παρουσιάσει την απομάκρυνσή του ως αναγκαία κίνηση για μια πιο συντεταγμένη πορεία. Η αντιπαράθεση αυτή, ωστόσο, κινδυνεύει να λειτουργήσει ως θρυαλλίδα στην Κεντρική Επιτροπή.
Αν η συζήτηση ανοίξει με αφετηρία το αν ο Πολάκης έχει δικαίωμα συμμετοχής, μπορεί πολύ γρήγορα να μετατραπεί σε συνολική σύγκρουση για το ποιος ελέγχει το κόμμα, ποιος εκφράζει τη βάση και ποιος θα καθορίσει την επόμενη ημέρα.
Η σκιά Τσίπρα πάνω από όλα
Πάνω από την Κουμουνδούρου αιωρείται, ασφαλώς, η σκιά του Αλέξη Τσίπρα. Η ανακοίνωση της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης ανέτρεψε απότομα τους συσχετισμούς στον χώρο της Κεντροαριστεράς και της Αριστεράς. Η Νέα Αριστερά έχει ήδη δεχθεί σοβαρό πλήγμα, με αποχωρήσεις που οδήγησαν στη διάλυση της Κοινοβουλευτικής της Ομάδας.
Για τον ΣΥΡΙΖΑ, το ζήτημα είναι ακόμη πιο βαθύ και αγγίζει την ίδια του την υπόσταση. Μπορεί ένα κόμμα που συνδέθηκε ιστορικά με τον Τσίπρα να τοποθετηθεί απέναντι ή στο πλευρό του νέου κόμματος του πρώην προέδρου του; Μπορεί να διατηρήσει αυτόνομη πολιτική παρουσία, όταν σημαντικό τμήμα του ακροατηρίου του αντιμετωπίζει την επιστροφή Τσίπρα ως πιθανή διέξοδο στον κατακερματισμό; Και μπορεί η ηγεσία Φάμελλου να κινηθεί ανάμεσα στην ανάγκη για ενότητα και στον φόβο μιας πολιτικής αποδυνάμωσης που θα τον καταστήσει περιφερειακό παίκτη;
Αυτά είναι τα ουσιαστικά ερωτήματα που κρύβονται πίσω από τις αναφορές σε συνεργασίες, σχήματα και πρωτοβουλίες. Η συζήτηση δεν περιορίζεται στην εκλογική τακτική. Αφορά το αν ο ΣΥΡΙΖΑ θα εξακολουθήσει να υπάρχει ως κόμμα με δικό του σχέδιο ή αν θα μετατραπεί σε δεξαμενή στελεχών για τη νέα πολιτική αρχιτεκτονική που επιχειρεί να διαμορφώσει ο Αλέξης Τσίπρας.
Από την ανασύνταξη στην αποσύνθεση
Το παράδοξο είναι πως στον ΣΥΡΙΖΑ όλοι επικαλούνται την ενότητα, αλλά ελάχιστοι εννοούν το ίδιο πράγμα. Για ορισμένους, ενότητα σημαίνει κοινή πορεία με το νέο εγχείρημα Τσίπρα. Για άλλους, σημαίνει να παραμείνει ο ΣΥΡΙΖΑ αυτόνομος πολιτικός πόλος, ικανός να συζητά συνεργασίες χωρίς να αυτοαναιρείται. Για μια τρίτη πλευρά, σημαίνει βαθύ ξεκαθάρισμα, ακόμη κι αν αυτό καταλήξει σε νέα διάσπαση.
Υπό αυτό το βάρος, η Κεντρική Επιτροπή του Σαββάτου δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως μια ακόμη εσωκομματική συνεδρίαση. Είναι μια αναμέτρηση με την πραγματικότητα. Ο ΣΥΡΙΖΑ καλείται να απαντήσει αν διαθέτει ακόμη πολιτικό λόγο ύπαρξης, ποιος μπορεί να τον εκφράσει και με ποιο σχέδιο θα απευθυνθεί στους πολίτες. Προς το παρόν, πάντως, η εικόνα δεν παραπέμπει σε κόμμα που προετοιμάζει πολιτική αντεπίθεση, αλλά σε κόμμα που πασχίζει να αποτρέψει την επόμενη έκρηξη.
Αυτό είναι, στην ουσία, το πραγματικό χάος στον ΣΥΡΙΖΑ: δεν περιορίζεται στις φωνές, στις συγκρούσεις και στις προσωπικές στρατηγικές, αλλά αποτυπώνεται κυρίως στην αδυναμία να δοθεί απάντηση σε ένα στοιχειώδες ερώτημα: τι θέλει να είναι από εδώ και πέρα; Οι πιο ενδιαφέρουσες ειδήσεις και απόψεις καθημερινά στο e-mail σας.