Εκτεθειμένες σε ενδεχόμενη νέα άνοδο των τιμών της ενέργειας και στη μεταβλητότητα της αγοράς ομολόγων παραμένουν οι αμερικανικές μετοχές, σύμφωνα με τους αναλυτές της Morgan Stanley, οι οποίοι προειδοποιούν ότι ο δείκτης S&P 500 ενδέχεται να υποχωρήσει έως και 7% σε ένα τέτοιο σενάριο.
Η ομάδα αναλυτών υπό τον Μάικλ Ουίλσον (Michael Wilson) επισημαίνει ότι, αν και τα ισχυρά εταιρικά αμερικανικά αποτελέσματα έχουν βοηθήσει μέχρι στιγμής τις μετοχές να αντέξουν τις υψηλότερες αποδόσεις των ομολόγων, οι αποτιμήσεις του S&P 500 έχουν υποχωρήσει τους τελευταίους τέσσερις μήνες στο χαμηλότερο επίπεδο από τον Μάρτιο, σύμφωνα με το Bloomberg.
“Εάν η διόρθωση στις αποτιμήσεις επιδεινωθεί βραχυπρόθεσμα λόγω περαιτέρω αυστηροποίησης των χρηματοπιστωτικών συνθηκών ή/και σημαντικά υψηλότερων τιμών ενέργειας, θεωρούμε ότι ο S&P 500 θα μπορούσε να υποχωρήσει έως και τις 7.100 μονάδες, προτού ανακτηθεί η ανοδική τροχιά (bull market) προς το τέλος του έτους”, αναφέρει ο Ουίλσον σε σημείωμά του.
Το επίπεδο αυτό συνεπάγεται πτώση 7% από το κλείσιμο της Παρασκευής. Ο Ουίλσον αναμένει επίσης κλιμάκωση της μεταβλητότητας εν όψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου στις ΗΠΑ, ωστόσο διατηρεί τη θετική του εκτίμηση για τα εταιρικά κέρδη, βλέποντας ένα ράλι στο τέλος του έτους προς τον στόχο των 8.000 μονάδων — εξέλιξη που θα αντιπροσώπευε άνοδο σχεδόν 5% από τα σημερινά επίπεδα.
Ο S&P 500 καταγράφει σταθεροποιητικές τάσεις μετά το ιστορικό υψηλό στα μέσα Αυγούστου, εν μέρει λόγω των ανησυχιών για τις προοπτικές του πληθωρισμού, με την απόδοση του αμερικανικού 10ετούς ομολόγου να κυμαίνεται γύρω στο 5%. Παράλληλα, η τιμή του αργού πετρελαίου τύπου West Texas Intermediate (WTI) έχει υποχωρήσει κάτω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, παραμένει όμως 43% υψηλότερη σε σχέση με το χαμηλό του Ιουλίου, ενώ η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Federal Reserve) προχώρησε την περασμένη εβδομάδα στην πρώτη αύξηση επιτοκίων των τελευταίων τριών ετών.
Παρ’ όλα αυτά, η αποφασιστικότητα της κεντρικής τράπεζας να καταπολεμήσει τον πληθωρισμό διατηρεί την αισιοδοξία των επενδυτών. Ο βασικός χρηματιστηριακός δείκτης βρίσκεται μόλις 2% χαμηλότερα από τη κορυφή του, λαμβάνοντας στήριξη από ένα από τα καλύτερα τρίμηνα εταιρικών αποτελεσμάτων (β’ τρίμηνο) που έχουν καταγραφεί ιστορικά. Αναλυτές άλλων κολοσσών, όπως η JPMorgan Chase & Co. και η Goldman Sachs Group Inc., εκτιμούν ομοίως ότι οι μετοχές θα συνεχίσουν να ευνοούνται από την ισχυρή κερδοφορία, αν και η Bank of America Corp. προειδοποιεί ότι η τοποθέτηση των επενδυτών παραμένει υπερβολικά αισιόδοξη εν μέσω επιβράδυνσης της αύξησης των κερδών.
Ο Μάικλ Ουίλσον της Morgan Stanley συγκαταλέγεται στους σταθερά αισιόδοξους αναλυτές για τις αμερικανικές μετοχές φέτος. Στο σημείωμά του επανέλαβε τη σύσταση για τοποθετήσεις σε μετοχές υψηλής κεφαλαιοποίησης και ποιότητας, σημειώνοντας ότι η δυναμική ενισχύεται ιδιαίτερα στους κλάδους των υπηρεσιών και στις εταιρείες χαμηλής εντάσεως κεφαλαίου (asset-light).